Πλέον, θεωρείται μάλλον πιθανό να επιβληθεί κάποιας μορφής περιορισμός στις εξαγωγές αμερικανικού ντίζελ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, γεγονός που θα επιτείνει το τρέχον σοκ στην αγορά του καυσίμου, τονίζει η Capital Economics. Τα περισσότερα διυλιστήρια διαθέτουν περιορισμένη δυνατότητα περαιτέρω αύξησης της προσφοράς ντίζελ, ωστόσο οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να αμβλύνουν τις επιπτώσεις απελευθερώνοντας στρατηγικά αποθέματα. Πάντως, όπως εκτιμά, το οικονομικό πλήγμα για την Ευρώπη μίας πλήρης απαγόρευσης των εξαγωγών αμερικανικού ντίζελ θα ήταν συγκρίσιμο με την κρίση φυσικού αερίου του 2022
Όπως σημειώνει η Capital Economics, αν και μια απαγόρευση των ΗΠΑ στις εξαγωγές ντίζελ θα ήταν τελικά αντιπαραγωγική, θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω άνοδο των τιμών του ντίζελ εκτός ΗΠΑ – οι οποίες ήδη αντιστοιχούν σε περίπου 200 δολάρια ανά βαρέλι.
Σε νέα την ανάλυση εξετάζει πώς θα μπορούσαν να αντιδράσουν τα διυλιστήρια, οι καταναλωτές και οι κυβερνήσεις. Ξεχωρίζουν τρία βασικά σημεία, όπως τονίζει.
Πρώτον, οι υψηλότερες τιμές του ντίζελ σε σχέση με άλλα προϊόντα, όπως η βενζίνη, θα ενίσχυαν τα κίνητρα των διυλιστηρίων εκτός ΗΠΑ για αύξηση της παραγωγής ντίζελ. Ωστόσο, ο συνδυασμός χημικών περιορισμών και περιορισμών δυναμικότητας θα περιόριζε κάθε αντίδραση της προσφοράς. Πράγματι, υπάρχουν στενά όρια ως προς τον βαθμό στον οποίο τα διυλιστήρια μπορούν να παράγουν περισσότερο ντίζελ από ένα βαρέλι αργού πετρελαίου, σημειώνει ο οίκος.
Επιπλέον, αν και οι υψηλότερες τιμές αεροπορικών καυσίμων νωρίτερα φέτος ώθησαν τα διυλιστήρια να μετατοπίσουν την παραγωγή από το ντίζελ προς τα αεροπορικά καύσιμα, το γεγονός ότι το ντίζελ αντιπροσωπεύει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο της παραγωγής των διυλιστηρίων σημαίνει ότι μια μετατόπιση της παραγωγής προς το ντίζελ θα είχε αναλογικά μικρότερο αντίκτυπο σε σχέση με την αγορά αεροπορικών καυσίμων.
Εντωμεταξύ, όπως προσθέτει, αν και τα διαθέσιμα στοιχεία είναι περιορισμένα, φαίνεται ότι τα διυλιστήρια εκτός των ΗΠΑ και ορισμένων περιοχών της Ασίας λειτουργούν ήδη κοντά στη μέγιστη δυναμικότητά τους, γεγονός που θα περιορίσει επίσης κάθε πιθανή αύξηση της προσφοράς. Άλλωστε, δεδομένου ότι τα περιθώρια κέρδους από τη διύλιση παραμένουν αυξημένα εδώ και αρκετό καιρό, τα διυλιστήρια που είχαν τη δυνατότητα να αυξήσουν την παραγωγή τους πιθανότατα το έχουν ήδη πράξει.
Ο βασικός αστάθμητος παράγοντας, τονίζει ο οίκος, είναι ο εφοδιασμός με διυλισμένα προϊόντα από τη Μέση Ανατολή. Οι εξαγωγές προϊόντων έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, εν μέρει λόγω των ζημιών σε διυλιστήρια του Κόλπου, αλλά και επειδή η αναδρομολόγηση των μεταφορών έχει δώσει προτεραιότητα στο αργό πετρέλαιο. Η Capital Economics παρατηρεί ότι η απώλεια των ροών ντίζελ από τη Μέση Ανατολή έχει ξεπεράσει την απώλεια των ρωσικών προμηθειών.
Δεύτερον, εάν η ροή ντίζελ από τις ΗΠΑ διακοπτόταν προσωρινά, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να αμβλύνουν τις επιπτώσεις απελευθερώνοντας επιπλέον στρατηγικά αποθέματα ντίζελ, ιδίως στην Ευρώπη. Πράγματι, ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν κάλεσε πρόσφατα τα μέλη της G7 να απελευθερώσουν περισσότερα στρατηγικά αποθέματα. Σημειώνεται ότι τα μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) έχουν ήδη διαθέσει περίπου το 80% των 400 εκατομμυρίων βαρελιών αργού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων που είχαν δεσμευτεί να απελευθερώσουν τον Μάρτιο.
Δεδομένων των περιορισμών στη δυναμικότητα διύλισης, η απελευθέρωση επιπλέον ποσοτήτων αργού πετρελαίου και μόνο θα είχε ελάχιστο αντίκτυπο στις τιμές του ντίζελ. Επομένως, καθώς η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ διαθέτουν ελάχιστα έως καθόλου στρατηγικά αποθέματα διυλισμένων προϊόντων, η ευθύνη για τη διάθεση των αποθεμάτων ντίζελ θα βάραινε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τονίζει η capital Economics.
Σύμφωνα με τη Eurostat, στα τέλη Ιουνίου υπήρχαν αποθέματα έκτακτης ανάγκης ντίζελ ύψους περίπου 270 εκατομμυρίων βαρελιών, ποσότητα που αντιστοιχεί σε κατανάλωση περίπου 60 ημερών. Δεν είναι σαφές πόσο γρήγορα θα μπορούσαν αυτά να διοχετευθούν στην αγορά, ωστόσο η ευρύτερη απελευθέρωση αργού και προϊόντων από τον ΙΕΑ πραγματοποιήθηκε με ρυθμό 2-3 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως.
Τέλος, στο πλαίσιο της σύγκρισης, αξίζει να σημειωθεί ότι η κλίμακα του οικονομικού πλήγματος που θα μπορούσε να προκληθεί από μια πλήρη απαγόρευση των εξαγωγών αμερικανικού ντίζελ θα ήταν πιθανότατα συγκρίσιμη με την κρίση φυσικού αερίου στην Ευρώπη το 2022, τονίζει η Capital Economics. Ενδεικτικά, οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 240 δολάρια ανά βαρέλι (σε όρους ισοδύναμου πετρελαίου) το 2022, με κορύφωση άνω των 400 δολαρίων ανά βαρέλι κατά τη διάρκεια του Αυγούστου του 2022.
Οι περισσότερες αναλύσεις καταδεικνύουν ότι η ζήτηση για ντίζελ είναι λιγότερο ευαίσθητη στις μεταβολές των τιμών σε σχέση με τη ζήτηση για βενζίνη, γεγονός που αντικατοπτρίζει την ευρύτερη χρήση του ντίζελ στις μεταφορές/εφοδιαστική αλυσίδα και τη γεωργία, σε αντίθεση με τη χρήση της βενζίνης από τους καταναλωτές, η οποία είναι περισσότερο προαιρετικού χαρακτήρα, σημειώνει ο οίκος. . Σε κάθε περίπτωση, ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο είναι δυνατή η μετακύλιση του υψηλότερου κόστους εισροών, ενδέχεται να υπάρξει απότομη αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων που προέρχονται από την πλευρά του κόστους (cost-push inflation). Ωστόσο, όπως κατέδειξε η ενεργειακή κρίση του 2022 στην Ευρώπη, οι υψηλές τιμές εισροών μπορούν να αποβούν μοιραίες για ορισμένες βιομηχανικές επιχειρήσεις, επισημαίνει η Capital Economics. Η ζήτηση φυσικού αερίου στον γερμανικό βιομηχανικό τομέα είναι χαμηλότερη κατά περίπου 10% σε σχέση με τα επίπεδα του 2019.