Ενώ αρχικά η αμερικανική κυβέρνηση φαινόταν επιφυλακτική απέναντι στην ιδέα της απαγόρευσης των εξαγωγών πετρελαιοειδών, πλέον φαίνεται να την εξετάζει, όπως σημειώνει η Capital Economics. Εν μέσω πιέσεων από ορισμένους Ρεπουμπλικάνους για την ελάφρυνση του αγροτικού τομέα από τις υψηλές τιμές του ντίζελ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, ο Τραμπ εξέφρασε τη θετική του στάση, ενώ και ο Υπουργός Οικονομικών Μπέσεντ δήλωσε ότι οι αρμόδιοι αξιωματούχοι εξετάζουν «κατά πόσον μια πλήρης ή μερική απαγόρευση θα ήταν αποτελεσματική».
Αν και οι λεπτομέρειες παραμένουν ασαφείς, αξίζει να επισημανθούν τρία βασικά σημεία σε αυτό το στάδιο, τονίζει ο οίκος.
Το πρώτο σημείο είναι ότι οποιαδήποτε μείωση στη ροή ντίζελ από τις ΗΠΑ θα αποδυνάμωνε έναν από τους βασικούς αντισταθμιστικούς παράγοντες που έχουν συμβάλλει στην άμβλυνση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει επί του παρόντος η παγκόσμια αγορά ντίζελ.
Ειδικότερα, εξηγεί η Capital Economics, η αύξηση των εξαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ φέτος βοήθησε να αντισταθμιστεί περίπου το μισό της απώλειας παγκόσμιων προμηθειών, η οποία οφείλεται στην εν εξελίξει ρωσική απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ και στην κρίση στα Στενά του Ορμούζ.
Μια πλήρης διακοπή των εξαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ θα μπορούσε, θεωρητικά, να μειώσει την παγκόσμια θαλάσσια προσφορά κατά ένα επιπλέον 30% περίπου, εκτιμά ο οίκος. Ο αρχικός αντίκτυπος θα γινόταν πιο έντονα αισθητός στη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη, οι οποίες απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών ντίζελ των ΗΠΑ. Ωστόσο, οι επιπτώσεις στις παγκόσμιες τιμές θα γίνονταν αισθητές οπουδήποτε εισάγεται ντίζελ, συμπεριλαμβανομένης της δυτικής ακτής των ΗΠΑ.
Δεύτερον, αν και μια απαγόρευση εξαγωγών θα αύξανε αρχικά τη διαθεσιμότητα εγχώριου ντίζελ σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ, στη συνέχεια θα περιόριζε την προσφορά ντίζελ και άλλων πετρελαϊκών προϊόντων.
Η Capital Economics επισημαίνει ότι η διύλιση και η απόσταξη ενός βαρελιού αργού πετρελαίου παράγουν ένα μείγμα προϊόντων σε αναλογίες που παραμένουν λίγο-πολύ σταθερές. Συνεπώς, εάν τα διυλιστήρια δεν μπορούν να πωλήσουν ή να αποθηκεύσουν το ντίζελ που παράγουν, θα αναγκάζονταν τελικά να μειώσουν τη συνολική τους παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής βενζίνης και αεροπορικών καυσίμων. Η προσοχή εστιάζεται στην περιοχή του Κόλπου του Μεξικού, καθώς αποτελεί τη σημαντικότερη περιοχή διύλισης στις ΗΠΑ και παράγει ποσότητα ντίζελ υπερτριπλάσια της εγχώριας κατανάλωσής - περίπου το 40% αυτού του πλεονάσματος διανέμεται εντός των ΗΠΑ, κυρίως προς την Ανατολική Ακτή, ενώ το υπόλοιπο εξάγεται.
Είναι δύσκολο να προσδιοριστούν με ακρίβεια τα χρονικά πλαίσια, τονίζει ο οίκος, ωστόσο, ελλείψει σημαντικής αύξησης στη διακίνηση ντίζελ προς άλλες περιοχές των ΗΠΑ ή/και στην κατανάλωση ντίζελ στην ίδια την περιοχή του Κόλπου του Μεξικού, τα αποθέματα ντίζελ στον Κόλπο ενδέχεται να ανέλθουν σε επίπεδα-ρεκόρ αντίστοιχα με εκείνα της περιόδου της πανδημίας – τα οποία συνέπιπταν με απότομη μείωση του βαθμού διαθεσιμότητα (utilization rate) των μονάδων των διυλιστηρίων μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων. Σημειώνεται ότι η αντίθεση του Υπουργού Ενέργειας και του Υπουργού Εσωτερικών σε μια ενδεχόμενη απαγόρευση των πετρελαιοειδών προϊόντων αντικατοπτρίζει τη λογική ότι μια τέτοια απαγόρευση δεν θα οδηγούσε σε βιώσιμη μείωση των τιμών καυσίμων για τους καταναλωτές.
Τέλος, όπως προσθέτει η Capital Economics, ο αντίκτυπος τυχόν απαγόρευσης στα πετρελαϊκά προϊόντα από τις ΗΠΑ θα γινόταν αισθητός και στις αγορές αργού πετρελαίου.
Πράγματι, μια μείωση της παραγωγής διυλισμένων προϊόντων στις ΗΠΑ θα περιόριζε τη ζήτηση για αργό πετρέλαιο εντός της χώρας. Ωστόσο, δεδομένου ότι ενδέχεται να υπάρχουν περιορισμένα περιθώρια εξαγωγής αυτού του πλεονάζοντος αργού —πιθανώς λόγω περιορισμών στις μεταφορές ή έλλειψης δυνατοτήτων επεξεργασίας στον υπόλοιπο κόσμο—, η εξέλιξη αυτή θα προκαλούσε εντονότερη πτώση της τιμής του αμερικάνικου αργού WTI σε σχέση με το Brent.
Ο οίκος σημειώνει σε αυτό το σημείο, ότι ο συνδυασμός της έκρηξης της παραγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ και της προϋπάρχουσας απαγόρευσης εξαγωγών αργού οδήγησε, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, σε διαπραγμάτευση του WTI με discount άνω των 20 δολαρίων ανά βαρέλι έναντι του Brent.
Συνολικά, καταλήγει η Capital Economics, η πολιτική διάσταση της εικόνας ότι λαμβάνονται μέτρα για τη μείωση των τιμών των καυσίμων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών καθιστά πιθανή την ανακοίνωση κάποιου είδους περιορισμού των εξαγωγών μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Μια τέτοια κίνηση θα περιέπλεκε περαιτέρω τις προοπτικές για τις αγορές ενέργειας και την άνοδο των τιμών των καυσίμων. Ωστόσο, δεδομένου ότι μια απαγόρευση εξαγωγών από τις ΗΠΑ προφανώς δεν θα έλυνε τα προβλήματα που συνδέονται με τον πόλεμο και προκαλούν την ευρύτερη ανοδική πίεση στις παγκόσμιες τιμές του ντίζελ —ενώ παράλληλα θα ήταν τελικά αντιπαραγωγική— εκτιμά ότι το μέτρο αυτό θα είχε βραχύβια ισχύ.