Η στήριξη της ενεργοβόρου βιομηχανίας παραμένει στο “ραντάρ” του ενεργειακού σχεδιασμού της κυβέρνησης, καθώς το υψηλό και ευμετάβλητο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθεί να επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα σημαντικού τμήματος της μεταποίησης.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας εξετάζεται το πώς θα στηθούν αναχώματα, πέρα από ένα πυρήνα "μεγάλων" και για περισσότερες από 700 επιχειρήσεις, οι οποίες παραμένουν εκτός του υφιστάμενου μηχανισμού αντιστάθμισης και είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις διακυμάνσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Η συνολική κατανάλωσή τους εκτιμάται περίπου στη 1,5 TWh. Ωστόσο αποφάσεις δεν υπάρχουν ακόμη.
Το ζήτημα, πάντως, επανήλθε στο προσκήνιο μετά την κοινή παρέμβαση των βιομηχανικών συνδέσμων της χώρας, οι οποίοι ζητούν άμεσες παρεμβάσεις για τις ενεργοβόρες μεταποιητικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν εκ νέου αυξημένο ενεργειακό κόστος και έντονες διακυμάνσεις στις τιμές του ρεύματος.
Ωστόσο, μετά και τη μεγάλη δημόσια πίεση, που ασκείται, από την πλευρά του ΥΠΕΝ, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, εξετάζεται το σύνολο των διαθέσιμων δυνατοτήτων για τις επιχειρήσεις που δεν καλύπτονται από τα υφιστάμενα μέτρα. Υπενθυμίζεται ότι μετά από παρεμβάσεις της ΕΒΙΚΕΝ, στο επίκεντρο βρίσκονται, μεταξύ άλλων, τα ευρωπαϊκά εργαλεία CISAF και METSAF, τα οποία μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετο δημοσιονομικό και θεσμικό χώρο για τη στήριξη της βιομηχανίας.
Το ευρωπαϊκό «εργαλείο» του CISAF
Η συζήτηση, πάντως, για το CISAF αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ήδη αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν προχωρήσει στην αξιοποίηση του πλαισίου για τη στήριξη της βιομηχανίας απέναντι στο ενεργειακό κόστος.
Όπως επισημαίνουν πηγές του ΥΠΕΝ, ωστόσο, μέχρι σήμερα έχουν εγκριθεί σχετικά μέτρα σε μόλις τέσσερις χώρες, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Βουλγαρία, η Ιρλανδία και η Σλοβενία. Εν τω μεταξύ εξετάζονται αντίστοιχες κινήσεις και σε ευάριθμες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Το συγκεκριμένο πλαίσιο, πάντως, μπορεί να αξιοποιηθεί για τη διαμόρφωση μέτρων στήριξης με πολυετή ορίζοντα, γεγονός που θεωρείται κρίσιμο για τις επιχειρήσεις που χρειάζονται μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο ενεργειακό τους κόστος.
Η βιομηχανία
Στο μεταξύ, η ελληνική βιομηχανία έχει ζητήσει την ενεργοποίηση του CISAF, όπως αυτό έχει ενισχυθεί μέσω του METSAF, προκειμένου να διευρυνθεί ο αριθμός των επιχειρήσεων που μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη ασφάλεια απέναντι στις διακυμάνσεις της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, οι βιομηχανικοί φορείς ζητούν η όποια στήριξη να συνδεθεί με επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση, όπως έργα αποθήκευσης ενέργειας, ενεργειακής αποδοτικότητας, ευελιξίας, εξηλεκτρισμού και απανθρακοποίησης.
Η αντιστάθμιση και οι επόμενες κινήσεις
Ήδη, πάντως, με βάση πηγές του ΥΠΕΝ, η Ελλάδα εφαρμόζει μηχανισμό αντιστάθμισης για περίπου 40 βιομηχανικές επιχειρήσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε συνολική κατανάλωση περίπου 7 TWh. Η ενίσχυση, όπως υπογραμμίζει το ΥΠΕΝ, μεταφράζεται σε σημαντική μείωση του ενεργειακού κόστους για τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, με την έκπτωση να διαμορφώνεται περίπου στα 35 ευρώ.
Παράλληλα, στο ενεργειακό «πακέτο», όπως αναφέρεται, περιλαμβάνεται και η αποθήκευση ενέργειας. Έχει προβλεφθεί χρηματοδότηση ύψους περίπου 50 εκατ. ευρώ από τη ρήτρα διαφυγής, με στόχο την ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης, μεταξύ άλλων και μπαταριών για επιχειρήσεις. Κάτι. που όμως εκτιμάται από την αγορά, ότι είναι μικρό μέγεθος.
Στο τραπέζι, ωστόσο προτάσσεται, ότι βρίσκεται επίσης το ενδεχόμενο διεύρυνσης της στήριξης. Με δεδομένο ότι οι περίπου 40 βιομηχανίες που ήδη καλύπτονται από την αντιστάθμιση αντιστοιχούν σε κατανάλωση περίπου 7 TWh, εξετάζεται εάν υπάρχει δυνατότητα να προστεθεί επιπλέον ποσότητα, της τάξης της 1 TWh, υπό την προϋπόθεση ότι το σχετικό κόστος μπορεί να υποστηριχθεί δημοσιονομικά.
Η δημοσιονομική παράμετρος
Το βασικό ζήτημα, ωστόσο, όπως αναφέρεται, που καλείται να σταθμίσει η κυβέρνηση είναι το δημοσιονομικό κόστος μιας ενδεχόμενης νέας παρέμβασης. Η στήριξη της βιομηχανίας απαιτεί σημαντικούς πόρους και, όπως αναφέρουν πηγές του ΥΠΕΝ, όλες οι διαθέσιμες επιλογές εξετάζονται με βάση τα περιθώρια που υπάρχουν στον προϋπολογισμό.
Η κυβέρνηση καλείται, επομένως, να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για ένα πιο σταθερό και ανταγωνιστικό ενεργειακό περιβάλλον για τη βιομηχανία και στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που συνοδεύουν κάθε νέα ενίσχυση.
Σε αυτή τη φάση δεν έχει «κλειδώσει», βέβαια, ούτε ο αριθμός των επιχειρήσεων που θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα νέο σχήμα ούτε το ύψος της ενδεχόμενης ενίσχυσης. Η άσκηση που βρίσκεται σε εξέλιξη αφορά την αξιολόγηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών και εθνικών εργαλείων, με στόχο να διαπιστωθεί ποια από αυτά μπορούν να ενεργοποιηθούν και σε ποιο εύρος.
Το ζητούμενο για την κυβέρνηση, όπως τονίζεται, είναι πλέον να αξιοποιήσει τα περιθώρια που προσφέρει το ευρωπαϊκό πλαίσιο, διαμορφώνοντας ένα σχήμα στήριξης της ενεργοβόρου βιομηχανίας που θα είναι ταυτόχρονα αποτελεσματικό για τις επιχειρήσεις και διαχειρίσιμο για τα δημόσια οικονομικά.