Την ανάγκη άμεσης λήψης μέτρων για τον περιορισμό της επιβάρυνσης από το υψηλό ενεργειακό κόστος θέτουν με κοινή τους παρέμβαση 16 βιομηχανικοί και επιχειρηματικοί φορείς, ζητώντας από την κυβέρνηση να προχωρήσει στην αξιοποίηση του ευρωπαϊκού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων CISAF, όπως αυτό έχει ενισχυθεί μέσω του METSAF.
Στόχος, όπως επισημαίνεται, είναι να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό δίχτυ προστασίας για περισσότερες από 700 ενεργοβόρες μεταποιητικές επιχειρήσεις, οι οποίες εξακολουθούν να είναι εκτεθειμένες στις έντονες διακυμάνσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας.
Στην κοινή ανακοίνωση συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), η Ελληνική Παραγωγή, η ΕΒΙΚΕΝ, ο Σύνδεσμος Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ), ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Αττικής και Πειραιώς (ΣΒΑΠ), ο Σύνδεσμος Ελληνικών Χημικών Βιομηχανιών (ΣΕΧΒ) και ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ), μαζί με περιφερειακούς και κλαδικούς φορείς.
Από τη σύνθεση των υπογραφών ξεχωρίζει, παράλληλα, η μη συμμετοχή του ΣΕΒ στην κοινή πρωτοβουλία.
Στο επίκεντρο το κόστος ενέργειας
Οι βιομηχανικοί φορείς συνδέουν την παρέμβασή τους με την εκ νέου άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου, τις γεωπολιτικές εξελίξεις και την αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με την ενεργειακή επάρκεια και το κόστος εφοδιασμού της Ευρώπης ενόψει του χειμώνα.
Όπως υπογραμμίζουν, περισσότερες από 700 επιχειρήσεις της μεταποίησης με υψηλή ενεργειακή κατανάλωση εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντική έκθεση στις μεταβολές των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Την ίδια στιγμή, σειρά ευρωπαϊκών χωρών έχει ήδη προχωρήσει στην αξιοποίηση διαθέσιμων ευρωπαϊκών εργαλείων για τη στήριξη της βιομηχανικής παραγωγής και της ανταγωνιστικότητάς της.
Στο πλαίσιο αυτό, οι φορείς ζητούν την άμεση ενεργοποίηση του CISAF, προκειμένου να περιοριστεί η επιβάρυνση των επιχειρήσεων και να ενισχυθεί η προβλεψιμότητα του ενεργειακού κόστους για την επόμενη περίοδο.
Τι προβλέπει το CISAF
Το CISAF αποτελεί ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων που επιτρέπει στα κράτη-μέλη να παρέχουν προσωρινή στήριξη στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας επιχειρήσεων που εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό.
Με βάση τον μηχανισμό, προβλέπεται δυνατότητα μείωσης έως και 50% της ετήσιας μέσης τιμής χονδρικής για έως το 50% της ετήσιας κατανάλωσης, με κατώτατο όριο τελικής τιμής τα 50 ευρώ/MWh.
Η στήριξη, ωστόσο, συνδέεται με συγκεκριμένες επενδυτικές υποχρεώσεις. Οι επιχειρήσεις που θα ενταχθούν στον μηχανισμό καλούνται να κατευθύνουν τουλάχιστον το 50% της ενίσχυσης σε επενδύσεις που σχετίζονται με την απανθρακοποίηση.
Στην κοινή παρέμβασή τους, οι βιομηχανικοί φορείς δίνουν έμφαση σε επενδύσεις στους τομείς της αποθήκευσης ενέργειας, της ευελιξίας, της ενεργειακής αποδοτικότητας, του εξηλεκτρισμού και της απανθρακοποίησης της παραγωγικής διαδικασίας.
Άμεση στήριξη μέχρι να αποδώσουν οι επενδύσεις
Βασικό επιχείρημα της βιομηχανίας είναι ότι οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις σε δίκτυα, αποθήκευση ενέργειας και αυτοκατανάλωση μπορούν να βελτιώσουν μεσοπρόθεσμα το ενεργειακό προφίλ των επιχειρήσεων, απαιτούν όμως χρόνο μέχρι να υλοποιηθούν και να αποδώσουν.
Για τον λόγο αυτό, οι φορείς θεωρούν αναγκαία την ύπαρξη ενός άμεσου μηχανισμού στήριξης, ο οποίος θα περιορίζει την έκθεση των ενεργοβόρων επιχειρήσεων στις έντονες διακυμάνσεις της αγοράς και θα προσφέρει μεγαλύτερη ορατότητα ως προς το ενεργειακό κόστος της επόμενης τριετίας.
Στην κοινή ανακοίνωση υπογραμμίζεται ότι το αίτημα της ελληνικής βιομηχανίας δεν αφορά «προνομιακή μεταχείριση», αλλά τη διαμόρφωση όρων αντίστοιχων με εκείνους που ισχύουν για ευρωπαϊκές ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.
Ειδική αναφορά γίνεται σε Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία, Σλοβενία, Αυστρία και Ιρλανδία, οι οποίες, σύμφωνα με τους φορείς, έχουν αξιοποιήσει ευρωπαϊκά εργαλεία για τη στήριξη της βιομηχανικής τους βάσης.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της ανταγωνιστικότητας
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η νέα παρέμβαση του επικεφαλής της Metlen, Ευάγγελου Μυτιληναίου, για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Σε ανάρτησή του στο LinkedIn, με αφορμή την ομιλία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για την Κατάσταση της Ένωσης, ο κ. Μυτιληναίος υπογραμμίζει ότι η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αποτέλεσμα της ενεργειακής μετάβασης, αλλά ως αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία της.
Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη για κοινές ευρωπαϊκές λύσεις και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος και η διεθνής ανταγωνιστικότητα εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για την ευρωπαϊκή παραγωγή.
Το κοινό αίτημα των βιομηχανικών φορέων προς την κυβέρνηση επαναφέρει έτσι στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον συνδυασμό βραχυπρόθεσμων μέτρων ενεργειακής στήριξης με μακροπρόθεσμες επενδύσεις που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και την ενεργειακή μετάβαση της ελληνικής βιομηχανίας.