Μενού Ροή
KONTOLEON
ΕΒΙΚΕΝ: Χωρίς σταθερό ενεργειακό κόστος δεν έρχονται νέες βιομηχανικές επενδύσεις - Κρίσιμο το ευρωπαϊκό πλαίσιο CISAF
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

«Εμείς θα επιβιώσουμε. Ξέρουμε τη δουλειά μας. Θα συρρικνωθούμε. Κάτι θα κάνουμε. Το θέμα είναι: η χώρα πάει μπροστά έτσι;». Με αυτή τη φράση ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων, περιέγραψε στη «Ναυτεμπορική» το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική βιομηχανία: όχι μόνο το υψηλό ενεργειακό κόστος, αλλά κυρίως την αβεβαιότητα που αυτό δημιουργεί για την επόμενη ημέρα.

Για τις μεγάλες ενεργοβόρες επιχειρήσεις, μάλιστα, όπως ανέφερε, το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν μπορούν να αντέξουν μια ακόμη περίοδο υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Μπορούν να προσαρμοστούν, να περιορίσουν την παραγωγή τους, να μειώσουν το κόστος και να αναζητήσουν τρόπους να παραμείνουν ανταγωνιστικές.

Το κρίσιμο ερώτημα, με βάση τον πρόεδρο της ΕΒΙΚΕΝ,  είναι τι συμβαίνει στην οικονομία όταν η βιομηχανία καλείται να επιβιώσει αντί να επενδύσει. Μπορούν να γίνουν νέες επενδύσεις; Μπορούν να αυξηθούν οι εξαγωγές; Μπορεί η μεταποίηση να ενισχύσει τη συμμετοχή της στο ΑΕΠ όταν το ενεργειακό κόστος παραμένει αισθητά υψηλότερο από εκείνο που αντιμετωπίζουν ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές οικονομίες;

Η απόσταση είναι ενδεικτική. Όπως ανέφερε ο κ. Κοντολέων, σε ανταγωνιστικές χώρες οι βιομηχανίες μπορούν να εξασφαλίσουν ηλεκτρική ενέργεια στην περιοχή των 50 ευρώ/MWh, ενώ στην Ελλάδα η χονδρεμπορική τιμή μπορεί να κινείται κοντά στα 200 ευρώ/MWh.

«Ο Ιταλός έχει 50 ευρώ και ο Έλληνας 200», ανέφερε χαρακτηριστικά, συνδέοντας την εικόνα αυτή με την τιμή του φυσικού αερίου, η οποία, στα 83 ευρώ/MWh, διαμορφώνει τη χονδρεμπορική τιμή του ηλεκτρισμού στην περιοχή των 200 ευρώ/MWh.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι η επόμενη επένδυση

Για την ελληνική βιομηχανία, η μεγαλύτερη ανησυχία δεν αφορά τόσο τη διαχείριση του σημερινού κόστους όσο τη δυνατότητα σχεδιασμού του αύριο, υπογράμμισε ο κ. Κοντολέων.

Μια επιχείρηση που ήδη λειτουργεί μπορεί να απορροφήσει, έστω με δυσκολία, ένα μέρος της αύξησης του κόστους. Μπορεί να περιορίσει την παραγωγή ή να αναζητήσει περιθώρια εξοικονόμησης.

Πολύ πιο δύσκολη είναι όμως η απόφαση για μια νέα επένδυση όταν δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το ενεργειακό κόστος των επόμενων ετών.

«Δώσε κάτι σταθερό να βλέπει ο άλλος ότι για τρία χρόνια εγώ βάζω πρόγραμμα επενδύσεων, να κάνω επενδύσεις, να προχωρήσω, να αναπτυχθώ», σημείωσε ο κ. Κοντολέων.

Αυτός είναι, σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, ο πυρήνας του προβλήματος καθώς η βιομηχανία χρειάζεται προβλεψιμότητα. Χωρίς έναν ορατό ορίζοντα τριετίας, το επενδυτικό ρίσκο αυξάνεται σημαντικά, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία παραμένει αβέβαιη και η πορεία του φυσικού αερίου.

Οι στόχοι της κυβέρνησης σε θολό τοπίο

Η παράμετρος αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και σε σχέση με τον κυβερνητικό στόχο για αύξηση της συμμετοχής της μεταποίησης στο ελληνικό ΑΕΠ.

Σήμερα η μεταποίηση αντιστοιχεί περίπου στο 9% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, ενώ ο στόχος είναι να φθάσει στο 12%.

«Πώς θα πάει;», διερωτήθηκε ο κ. Κοντολέων, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται τέταρτη από το τέλος στην Ευρώπη, πάνω μόνο από τη Μάλτα, το Λουξεμβούργο και την Κύπρο.

Το ζητούμενο, επομένως, με βάση την ΕΒΙΚΕΝ, δεν είναι μόνο να διατηρηθεί η υφιστάμενη παραγωγική βάση. Είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε η βιομηχανία να επενδύσει, να επεκταθεί και να αυξήσει το αποτύπωμά της στην οικονομία.

700 ενεργοβόρες επιχειρήσεις στο μέτωπο του κόστους

Σύμφωνα, επίσης, με την αποτύπωση της ΕΒΙΚΕΝ, περίπου 700 ενεργοβόρες βιομηχανίες στην Ελλάδα βρίσκονται αντιμέτωπες με το πρόβλημα. Πρόκειται για μεγάλες αλλά και μικρότερες επιχειρήσεις που εντάσσονται στους σχετικούς ευρωπαϊκούς κωδικούς δραστηριότητας.

Για τις επιχειρήσεις αυτές, η ενέργεια μπορεί να αντιπροσωπεύει περίπου το 30% του συνολικού κόστους παραγωγής. Ως εκ τούτου, ακόμη και σχετικά περιορισμένες μεταβολές στην τιμή του ηλεκτρισμού μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την ανταγωνιστικότητά τους.

Η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη για τις εξαγωγικές βιομηχανίες, οι οποίες δεν μπορούν απλώς να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στον τελικό καταναλωτή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χαλυβουργία. Το ελληνικό προϊόν ανταγωνίζεται το ιταλικό και το ισπανικό στην ίδια διεθνή αγορά, όπου οι τιμές δεν καθορίζονται από το κόστος της ελληνικής παραγωγής.

«Εάν δεν είσαι ανταγωνιστικός, δεν πουλάς», σημείωσε ο κ. Κοντολέων, περιγράφοντας με αυτόν τον τρόπο τον περιορισμό που αντιμετωπίζουν οι εξαγωγικές επιχειρήσεις.

Το ευρωπαϊκό «όπλο» της τριετίας

Σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΒΙΚΕΝ θεωρεί κρίσιμο το ευρωπαϊκό πλαίσιο CISAF, το οποίο δημιουργεί τη δυνατότητα στήριξης των ενεργοβόρων επιχειρήσεων για περίοδο τριών ετών.

Όπως εξήγησε ο κ. Κοντολέων, το πλαίσιο προβλέπει έκπτωση 50% επί της εμπορικής τιμής για το 50% της κατανάλωσης, γεγονός που μεταφράζεται ουσιαστικά σε έκπτωση περίπου 25% επί της συνολικής κατανάλωσης.

Το σημαντικότερο, ωστόσο, δεν είναι μόνο το ύψος της ενίσχυσης. Είναι η δυνατότητα που δίνεται στην επιχείρηση να γνωρίζει εκ των προτέρων ένα σημαντικό μέρος του ενεργειακού της κόστους και να σχεδιάσει τις επενδύσεις της σε βάθος τριετίας.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η στήριξη συνδέεται με επενδυτικές υποχρεώσεις. Το 50% των χρημάτων που θα λάβει μια επιχείρηση θα πρέπει, εντός δύο ετών, να κατευθυνθεί σε νέες ΑΠΕ, συστήματα αποθήκευσης ή έργα ενεργειακής εξοικονόμησης.

Με τον τρόπο αυτό, το ευρωπαϊκό μοντέλο επιχειρεί να συνδέσει την άμεση ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας με την πράσινη μετάβαση και τη μείωση του ενεργειακού κόστους σε βάθος χρόνου.

Η Ευρώπη κινείται – η Ελλάδα αναζητά ακόμη λύση

Το πρόβλημα για την ελληνική βιομηχανία είναι ότι, την ώρα που η εφαρμογή του CISAF βρίσκεται ακόμη στο επίκεντρο της συζήτησης, ανταγωνιστικές οικονομίες έχουν ήδη λάβει μέτρα.

Ο κ. Κοντολέων αναφέρθηκε στη Γερμανία, αλλά και στη Βουλγαρία, η οποία είχε εξασφαλίσει για τη βιομηχανία εγγυημένη τιμή 62,5 ευρώ/MWh και, σύμφωνα με ενημέρωση της ΕΒΙΚΕΝ από ελληνικά εργοστάσια που δραστηριοποιούνται στη γειτονική χώρα, την περιόρισε στα 50 ευρώ/MWh.

Η σύγκριση με τη Βουλγαρία έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΒΙΚΕΝ, η βιομηχανία αντιστοιχεί περίπου στο 15% του βουλγαρικού ΑΕΠ, έναντι περίπου 9% στην Ελλάδα.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει το ευρύτερο πρόβλημα: οι χώρες που καταφέρνουν να προσφέρουν στη βιομηχανία ανταγωνιστικό και, κυρίως, προβλέψιμο ενεργειακό κόστος δημιουργούν καλύτερες συνθήκες για επενδύσεις και παραγωγή.

«Πάμε να υπογράψουμε και στα 115 ευρώ»

Χαρακτηριστική της ανάγκης για σταθερότητα ήταν και η αναφορά του κ. Κοντολέοντα στο προϊόν ηλεκτρικής ενέργειας που προσφέρεται στους οικιακούς καταναλωτές. «Ευπρόσδεκτο να το δώσει και στη βιομηχανία. Το δεχόμαστε σήμερα. Πάμε να υπογράψουμε. Με 115 ευρώ», ανέφερε χαρακτηριστικά, καθώς ακόμη και μια τιμή υψηλότερη από εκείνη που εξασφαλίζουν σήμερα ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές βιομηχανίες θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης, εφόσον συνοδευόταν από το στοιχείο που λείπει περισσότερο από την αγορά, τη σταθερότητα.

Το στοίχημα δεν είναι να επιβιώσει η βιομηχανία, αλλά να επενδύσει

Η συζήτηση για το ενεργειακό κόστος, επομένως, ξεπερνά τα όρια ενός ακόμη προβλήματος που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι βιομηχανικές επιχειρήσεις. Το πραγματικό διακύβευμα αφορά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας με βάση και όσα ανέφερε ο κ. Κοντολέων.. Οι υφιστάμενες επιχειρήσεις μπορούν να προσαρμοστούν. Μπορούν να μειώσουν την παραγωγή, να περιορίσουν τις επενδύσεις, να αναζητήσουν εξοικονομήσεις ή άλλες λύσεις προκειμένου να παραμείνουν στην αγορά.

Μια βιομηχανία, όμως, όπως είπε, που απλώς επιβιώνει συρρικνούμενη δεν μπορεί ταυτόχρονα να αποτελέσει τον μοχλό για την αύξηση της μεταποίησης, την προσέλκυση νέων επενδύσεων και την ενίσχυση των ελληνικών εξαγωγών.«Εμείς θα επιβιώσουμε. Ξέρουμε τη δουλειά μας. Θα συρρικνωθούμε. Κάτι θα κάνουμε. Το θέμα είναι, η χώρα πάει μπροστά έτσι;» διερωτήθηκε ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας