Σημαντικές εξελίξεις αναμένονται το επόμενο διάστημα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου (Great Sea Interconnector – GSI), καθώς όλα δείχνουν ότι πλησιάζει η στιγμή για την επανέναρξη των ερευνητικών εργασιών στη θαλάσσια περιοχή της Κάσου. Η έκδοση της σχετικής NAVTEX ενδέχεται να δρομολογηθεί ακόμη και μέσα στο Σαββατοκύριακο 7-8 Νοεμβρίου, εφόσον ολοκληρωθούν χωρίς εμπόδια οι απαιτούμενες διοικητικές διαδικασίες.
Κομβικό σημείο αποτελεί η σημερινή, Παρασκευή 6 Νοεμβρίου, συνεδρίαση της Επιτροπής Χορήγησης Αδειών Ερευνών Θαλάσσης (ΕΧΑΕΘ), η οποία καλείται να εξετάσει το αίτημα της Nexans, αναδόχου εταιρείας του έργου, για την κατ’ εξαίρεση απασχόληση του εξειδικευμένου ερευνητικού πλοίου «VB Abeille Marengo».
Το πλοίο βρίσκεται στο λιμάνι του Ηρακλείου από τις 27 Οκτωβρίου και, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει ήδη ενημερώσει το τοπικό Λιμεναρχείο για την πρόθεσή του να αναχωρήσει σήμερα. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι οι προετοιμασίες για την επανεκκίνηση του έργου εισέρχονται στην τελική φάση.
Εφόσον η Επιτροπή εγκρίνει το αίτημα της Nexans, τα επόμενα βήματα αναμένεται να κινηθούν με ταχύτητα. Ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, θα υπογράψει τη σχετική απόφαση, η οποία θα διαβιβαστεί στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Στη συνέχεια, η Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού θα προχωρήσει στην έκδοση NAVTEX, προσδιορίζοντας τις θαλάσσιες περιοχές και το χρονικό διάστημα διεξαγωγής των ερευνών.
Επανεκκίνηση από την Κάσο και το ερώτημα της τουρκικής αντίδρασης
Η νέα ερευνητική αποστολή αναμένεται να ξεκινήσει από την περιοχή της Κάσου, στο σημείο όπου είχαν διακοπεί οι εργασίες του ιταλικού ερευνητικού πλοίου «Ievoli Relume» το καλοκαίρι του 2024. Τότε, η παρουσία τεσσάρων τουρκικών πολεμικών πλοίων είχε οδηγήσει σε διακοπή των ερευνών, με την Άγκυρα να αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή.
Το βασικό ερώτημα πλέον είναι ποια στάση θα επιλέξει η Τουρκία απέναντι στη νέα προσπάθεια επανεκκίνησης των ερευνών και εάν θα επιδιώξει να επαναφέρει την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο μεταξύ, το GSI έχει αποκτήσει και γαλλικό επενδυτικό αποτύπωμα. Τον περασμένο Αύγουστο, ο γαλλικός επενδυτικός όμιλος Meridiam απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο της εταιρείας του έργου, προσδίδοντας στη διασύνδεση και μια ευρωπαϊκή επενδυτική διάσταση με ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Παραμένει, ωστόσο, ασαφές εάν η Τουρκία έχει λάβει επίσημη γραπτή ενημέρωση από τη γαλλική πλευρά, όπως είχε ζητήσει ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Χακάν Φιντάν. Η Αθήνα είχε αποδεχθεί το ενδεχόμενο ενημέρωσης της Άγκυρας, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποσαφηνιζόταν ρητά πως η συγκεκριμένη διαδικασία δεν συνιστά αίτημα για χορήγηση άδειας από την Τουρκία.
Στο διπλωματικό παρασκήνιο εντάσσεται και η τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν στις 28 Οκτωβρίου ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μία ημέρα μετά την άφιξη του «Abeille Marengo» στο Ηράκλειο. Αν και επισήμως το ζήτημα του καλωδίου δεν αναφέρθηκε στην ατζέντα της συνομιλίας, δεν αποκλείεται να αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης.
Παράλληλα, η Γαλλίδα πρέσβης στην Άγκυρα, Ιζαμπέλ Ντυμόντ, είχε συνάντηση με τον υφυπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεχμέτ Κεμάλ Μποζάι, ο οποίος έχει επίσης την ευθύνη της τουρκικής Διεύθυνσης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι επαφές αυτές εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο των διπλωματικών διεργασιών γύρω από την περιοχή και το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης.
Ο αμερικανικός παράγοντας και οι πολιτικοί συσχετισμοί
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο χρόνος κατά τον οποίο προγραμματίστηκε η συνεδρίαση της ΕΧΑΕΘ. Σύμφωνα με πληροφορίες, η διαδικασία είχε καθυστερήσει, καθώς η Αθήνα παρακολουθούσε τις εξελίξεις από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ και τις πιθανές επιπτώσεις τους στους συσχετισμούς στο Κογκρέσο.
Η εκτίμηση στην ελληνική πλευρά είναι ότι η διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου πολιτικού περιβάλλοντος στο αμερικανικό νομοθετικό σώμα θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι σε ενδεχόμενες τουρκικές κινήσεις. Ειδικότερα, στην Αθήνα θεωρούν ότι η Άγκυρα θα σταθμίσει το πολιτικό κόστος πριν προχωρήσει σε ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αντιδράσεις στο Κογκρέσο.
Ένα επιπλέον στοιχείο είναι η επιδίωξη της Τουρκίας να επανέλθει στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, γεγονός που, σύμφωνα με τις ελληνικές εκτιμήσεις, περιορίζει τα περιθώρια για κινήσεις που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν περαιτέρω τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, οι νέοι συσχετισμοί στο Κογκρέσο δεν έχουν ακόμη αποκτήσει θεσμική ισχύ, καθώς οι νεοεκλεγέντες γερουσιαστές αναλαμβάνουν καθήκοντα τον Ιανουάριο. Μέχρι τότε, ισχύει η υφιστάμενη σύνθεση του αμερικανικού νομοθετικού σώματος.
Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα προσβλέπει και στη στάση της κυβέρνησης Τραμπ, με ιδιαίτερη έμφαση στον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο. Μετά την επίσκεψή του στην Ελλάδα, ο Αμερικανός αξιωματούχος είχε αφήσει να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να αναλάβει παρασκηνιακές πρωτοβουλίες για την αποτροπή μιας ελληνοτουρκικής κρίσης.
Τα πιθανά σενάρια για την τουρκική αντίδραση
Η Άγκυρα διαθέτει περισσότερες από μία επιλογές ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να αντιδράσει στην ελληνική NAVTEX. Ένα από τα πιθανότερα σενάρια είναι η έκδοση αντίστοιχης τουρκικής αναγγελίας, με την οποία θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει στην πράξη την ελληνική δικαιοδοσία στην περιοχή των ερευνών.
Μια τέτοια κίνηση θα είχε κυρίως πολιτικό και επικοινωνιακό χαρακτήρα, επιτρέποντας στην τουρκική κυβέρνηση να εμφανιστεί στο εσωτερικό της χώρας ως υπερασπιστής των διεκδικήσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ανάλογη ένταση είχε καταγραφεί και κατά τη διάρκεια των εργασιών του πλοίου «Kobi Ruegg» για το έργο υποθαλάσσιας οπτικής διασύνδεσης EMC (East to Med Corridor), το οποίο προβλέπεται να συνδέσει την Ελλάδα με τη Σαουδική Αραβία. Οι έρευνες πραγματοποιούνται σε παραπλήσια θαλάσσια περιοχή με εκείνη από την οποία αναμένεται να διέλθει το «Abeille Marengo», προκαλώντας τότε ανταλλαγή NAVTEX μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Είχε μάλιστα ανακύψει το ερώτημα εάν η εταιρεία που έχει αναλάβει το EMC είχε υποβάλει αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης και προς την τουρκική πλευρά. Παρά την αντιπαράθεση σε επίπεδο ναυτικών αναγγελιών, πάντως, το «Kobi Ruegg» συνεχίζει κανονικά τις εργασίες του.
Το προηγούμενο αυτό αποτελεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα για το πώς μπορεί να εξελιχθεί η κατάσταση και στην περίπτωση του GSI. Εάν η Τουρκία περιοριστεί σε έκδοση αντί-NAVTEX και σε παρεμβάσεις μέσω ασυρμάτου, χωρίς να αναπτύξει πολεμικά πλοία στην περιοχή, η ελληνική πλευρά αναμένεται να απαντήσει αναλόγως, με τις έρευνες να συνεχίζονται παρά την αυξημένη διπλωματική ένταση.
Το πιο δύσκολο σενάριο θα ήταν η αποστολή τουρκικών πολεμικών πλοίων με σκοπό την παρεμπόδιση των εργασιών. Σε αυτή την περίπτωση, ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου θα ήταν σαφώς μεγαλύτερος. Παρά ταύτα, οι εκτιμήσεις στην Αθήνα συγκλίνουν στο ότι δεν αναμένεται να υπάρξει τέτοια εξέλιξη.
Ενδεικτική της ελληνικής αξιολόγησης είναι και η δήλωση του Γιώργου Γεραπετρίτη στις 21 Οκτωβρίου, όταν είχε αναφέρει ότι, με βάση τα δεδομένα που είχε στη διάθεσή του, δεν διαφαινόταν πρόθεση τουρκικής αντίδρασης.
Το ζήτημα της ενημέρωσης της Άγκυρας και οι ενδεχόμενες νομικές προεκτάσεις
Πέρα από το επιχειρησιακό σκέλος και το ενδεχόμενο μιας νέας ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης στη θάλασσα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο τρόπος με τον οποίο έχει επιλεγεί να ενημερωθεί η Τουρκία για τις έρευνες.
Η συγκεκριμένη διαδικασία δημιουργεί προβληματισμό στην ελληνική πλευρά, καθώς υπάρχει ο φόβος ότι η Άγκυρα θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει την ενημέρωση ως προηγούμενο για μελλοντικές περιπτώσεις, προβάλλοντας αξιώσεις αντίστοιχης ενημέρωσης για ελληνικά έργα και δραστηριότητες στο Αιγαίο.
Τον κίνδυνο αυτό είχε επισημάνει και ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, προειδοποιώντας ότι μια τέτοια πρακτική θα μπορούσε να εκληφθεί από την Τουρκία ως έμμεση αναγνώριση δικαιώματος παρέμβασης σε ελληνικές δραστηριότητες. Είχε μάλιστα υπογραμμίσει ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο που θα επηρέαζε ακόμη και μικρής κλίμακας έργα υποδομής μεταξύ ελληνικών νησιών.
Από την πλευρά της, η Αθήνα επιμένει ότι η ενημέρωση δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση αναγνώριση τουρκικής αρμοδιότητας ή ανάγκη λήψης άδειας από την Άγκυρα. Παράλληλα, έχει υποστηρίξει ότι η σχετική γνωστοποίηση θα απευθυνθεί και σε άλλα κράτη της περιοχής, μεταξύ των οποίων η Κύπρος, η Αίγυπτος, το Ισραήλ και ο Λίβανος, ώστε να μην εμφανίζεται ως ειδική διμερής διαδικασία με την Τουρκία.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη επιλογή δεν παύει να αφήνει περιθώρια διαφορετικών ερμηνειών. Η Άγκυρα θα μπορούσε να παρουσιάσει την ενημέρωση ως έμμεση αναγνώριση της ανάγκης συναίνεσής της, επιχειρώντας να ενισχύσει τις θέσεις της περί διευρυμένης τουρκικής ΑΟΖ και της θεωρίας της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν επιτρέψει την απρόσκοπτη διεξαγωγή των ερευνών, είναι πιθανό να επιλέξει να αποτυπώσει τις διεκδικήσεις της μέσω αντί-NAVTEX ή άλλων διπλωματικών ενεργειών.