Θετικά αξιολογεί το 61% των οικονομολόγων που συμμετείχαν στην έρευνα του Ελληνικού Πάνελ Οικονομολόγων του ΚΕΦΙΜ για τον Οκτώβριο το συνολικό οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα της ανάπτυξης και λειτουργίας κέντρων δεδομένων (data centers) στην Ελλάδα. Η θετική αυτή αποτίμηση, ωστόσο, συνοδεύεται από σημαντικές επιφυλάξεις για το ενεργειακό και περιβαλλοντικό κόστος, την επιβάρυνση των υποδομών και το κατά πόσο οι επενδύσεις θα δημιουργήσουν ουσιαστική προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία.
Στην έρευνα συμμετείχαν συνολικά 18 Ελληνίδες και Έλληνες οικονομολόγοι. Από τις απαντήσεις προκύπτει ότι το 61% θεωρεί πως η ανάπτυξη των data centers έχει συνολικά θετικό αποτύπωμα, το 6% διαφωνεί, ενώ το 33% τοποθετείται μεταξύ των δύο επιλογών, αποτυπώνοντας έναν προβληματισμό ως προς τις προϋποθέσεις και τις επιπτώσεις της επέκτασης του κλάδου.
Επενδυτικό ενδιαφέρον άνω του 1 GW
Η ανάπτυξη των data centers αποτελεί βασικό άξονα της κυβερνητικής στρατηγικής για την ανάδειξη της Ελλάδας σε περιφερειακό κόμβο ψηφιακών υποδομών και υπηρεσιών. Τον περασμένο Μάρτιο, η κυβέρνηση παρουσίασε ειδική μελέτη χωροθέτησης, η οποία κατέγραψε επενδυτικό ενδιαφέρον που υπερβαίνει το 1 GW, με περισσότερα από 35 αιτήματα σύνδεσης στο ηλεκτρικό σύστημα.
Παράλληλα, πρόσφατα κατατέθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο που προβλέπει, μεταξύ άλλων, την κάλυψη τουλάχιστον του 60% της ετήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας των νέων data centers από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ανάληψη του κόστους σύνδεσης με το ηλεκτρικό σύστημα από τους επενδυτές, καθώς και την καταβολή ανταποδοτικού τέλους υπέρ των περιοχών εγκατάστασης.
Οι ευκαιρίες και οι προβληματισμοί των οικονομολόγων
Στα επεξηγηματικά σχόλια των συμμετεχόντων στο Πάνελ αναγνωρίζονται οι σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες του κλάδου. Οι επενδύσεις σε data centers μπορούν να ενισχύσουν την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας, να αναβαθμίσουν τις ψηφιακές υποδομές, να προσελκύσουν κεφάλαια και να ενισχύσουν την τεχνολογική ανταγωνιστικότητα της χώρας. Παράλληλα, μπορούν να δημιουργήσουν εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και να υποστηρίξουν την ανάπτυξη νέων ψηφιακών υπηρεσιών.
Ωστόσο, οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει ακόμη επαρκής εμπειρική τεκμηρίωση για το πραγματικό μέγεθος της εγχώριας προστιθέμενης αξίας των επενδύσεων, τις μακροχρόνιες επιδράσεις τους στην παραγωγικότητα, καθώς και το συνολικό κοινωνικό και περιβαλλοντικό τους κόστος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο ενεργειακό σκέλος. Η υψηλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, οι αυξημένες ανάγκες ψύξης και η χρήση φυσικών πόρων δημιουργούν πρόσθετες απαιτήσεις για το ενεργειακό σύστημα και τις τοπικές υποδομές. Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζεται η ανάγκη κατάλληλου ρυθμιστικού πλαισίου και αυστηρών προδιαγραφών ενεργειακής αποδοτικότητας, ώστε το κόστος των νέων υποδομών να μην μετακυλιστεί δυσανάλογα στα νοικοκυριά και στις υπόλοιπες επιχειρήσεις.
Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, παρά τον υψηλό όγκο των επενδύσεων, οι μόνιμες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται ενδέχεται να είναι σχετικά περιορισμένες σε σχέση με το ύψος των κεφαλαίων που απαιτούνται για την ανάπτυξη και λειτουργία των εγκαταστάσεων.
Επιφυλάξεις για τις επιδοτήσεις και την οικονομική βιωσιμότητα
Προβληματισμός διατυπώνεται και για τον τρόπο χρηματοδότησης των επενδύσεων. Όπως προκύπτει από τα σχόλια των συμμετεχόντων, η ανάπτυξη του κλάδου μπορεί να αποδειχθεί επωφελής όταν βασίζεται σε πραγματική ζήτηση, βιώσιμα επιχειρηματικά σχέδια και ιδιωτική πρωτοβουλία. Αντίθετα, αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη επενδύσεις που ενδέχεται να πραγματοποιούνται κυρίως λόγω της διαθεσιμότητας ευρωπαϊκών επιδοτήσεων και όχι εξαιτίας των πραγματικών οικονομικών προοπτικών τους.