Μενού Ροή
gREAT SEA INTERCONNECTOR
Το καλώδιο που συμφέρει την Κύπρο αλλά διχάζει τη Λευκωσία – Τα 138 εκατ. ευρώ εξοικονομησης που αλλάζουν τη συζήτηση για τον GSI
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Ένα νέο, ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο έρχεται να προστεθεί στην πολύμηνη αντιπαράθεση γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Την ώρα που το έργο του Great Sea Interconnector (GSI) εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με οικονομικές, ρυθμιστικές και γεωπολιτικές εκκρεμότητες, μια νέα επιστημονική μελέτη επιχειρεί να απαντήσει στο σημαντικότερο ίσως ερώτημα: Ποιος κερδίζει τελικά από το καλώδιο και πόσα χρήματα μπορεί να εξοικονομήσει;

Η απάντηση έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Λευκωσία. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα προσομοίωσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το συνολικό ετήσιο όφελος για τους καταναλωτές Ελλάδας και Κύπρου μπορεί να φτάσει τα 138,1 εκατ. ευρώ, με περίπου 123,7 εκατ. ευρώ να κατευθύνονται στην κυπριακή αγορά.

Με άλλα λόγια, για κάθε 10 ευρώ οικονομικού οφέλους που δημιουργεί η διασύνδεση, σχεδόν τα 9 αντιστοιχούν στους καταναλωτές της Κύπρου.

Τα στοιχεία παρουσιάστηκαν στο 30ό συνέδριο του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ) από τον καθηγητή του ΑΠΘ και πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΕΝΕ, Παντελή Μπίσκα. Η ανάλυση εξετάζει τη λειτουργία των δύο ηλεκτρικών συστημάτων με χρονικό ορίζοντα το 2035 και συγκρίνει διαφορετικά σενάρια μεταφορικής ικανότητας της διασύνδεσης.

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι τα οφέλη δεν περιορίζονται σε μια θεωρητική μείωση του κόστους παραγωγής. Η μελέτη καταγράφει σημαντικές μεταβολές στη διαμόρφωση των τιμών, στις εισαγωγές και εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, στην αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών και στην κατανάλωση συμβατικών καυσίμων.

Πρόκειται για ευρήματα που αποκτούν πρόσθετη πολιτική βαρύτητα, καθώς η κυπριακή πλευρά καλείται να σταθμίσει το κόστος και τους κινδύνους συμμετοχής της σε μια υποδομή από την οποία, σύμφωνα με την προσομοίωση, θα προκύπτει το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών ωφελειών.

Ρεύμα σχεδόν 20% φθηνότερο στην Κύπρο

Η μεγαλύτερη αλλαγή εντοπίζεται στη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας.

Η Κύπρος εξακολουθεί να αποτελεί απομονωμένο ηλεκτρικό σύστημα, χωρίς διασύνδεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές. Αυτό σημαίνει ότι η ηλεκτροπαραγωγή πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες της εγχώριας κατανάλωσης, ακόμη και όταν οι διαθέσιμες μονάδες λειτουργούν με υψηλό κόστος.

Η διασύνδεση αλλάζει αυτή τη συνθήκη. Επιτρέπει στην Κύπρο να εισάγει ηλεκτρική ενέργεια όταν οι τιμές στην ελληνική αγορά είναι χαμηλότερες και να εξάγει το δικό της πλεόνασμα όταν η εγχώρια παραγωγή, κυρίως από φωτοβολταϊκά, υπερβαίνει τη ζήτηση.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στο συνολικό κόστος προμήθειας, το οποίο υποχωρεί από 120,49 ευρώ ανά μεγαβατώρα σε περίπου 99 ευρώ.

Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικά περιθώρια περιορισμού του ενεργειακού κόστους για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις της Κύπρου. Ωστόσο, η μεταφορά του οφέλους στους τελικούς λογαριασμούς θα εξαρτηθεί από τα τιμολόγια, τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις και τον τρόπο κατανομής του κόστους της διασύνδεσης.

Τα 500 MW αποδίδουν περισσότερο από τα 1.000 MW

Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα ευρήματα της μελέτης είναι ότι η αύξηση της μεταφορικής ικανότητας του καλωδίου δεν συνεπάγεται αυτομάτως και μεγαλύτερο οικονομικό όφελος.

Οι ερευνητές εξέτασαν τρία διαφορετικά σενάρια λειτουργίας, με διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα 500, 750 και 1.000 MW.

Το μεγαλύτερο ετήσιο όφελος εμφανίζεται στο σενάριο των 500 MW, ενώ η αύξηση της διαθέσιμης ισχύος στα 750 ή στα 1.000 MW δεν δημιουργεί αντίστοιχη πρόσθετη εξοικονόμηση.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τον βαθμό αξιοποίησης της διασύνδεσης. Στο σενάριο των 500 MW, το καλώδιο φτάνει στο ανώτατο όριο μεταφοράς για 609 ώρες ετησίως. Στα 750 MW οι αντίστοιχες ώρες περιορίζονται στις 35 και στα 1.000 MW μόλις στη μία.

Το εύρημα αυτό δείχνει ότι, υπό τις παραδοχές της μελέτης, η ηλεκτρική διασύνδεση αποδίδει μεγάλο μέρος του οικονομικού της οφέλους ακόμη και με μικρότερη διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα.

Δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι μια υποδομή 1.000 MW είναι περιττή. Η μεγαλύτερη ισχύς μπορεί να προσφέρει πρόσθετη ασφάλεια εφοδιασμού, δυνατότητες αντιμετώπισης ακραίων συνθηκών και μεγαλύτερη ευελιξία σε μελλοντικά σενάρια ανάπτυξης της αγοράς. Αυτές οι παράμετροι δεν αποτυπώνονται απαραίτητα στο συγκεκριμένο μέγεθος της ετήσιας εξοικονόμησης των καταναλωτών.

Η Κύπρος θα εισάγει από την Ελλάδα το ένα τέταρτο του ρεύματός της

Η λειτουργία του Great Sea Interconnector αναμένεται να μεταβάλει σημαντικά και τη σύνθεση του ενεργειακού εφοδιασμού της Κύπρου.

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι καθαρές εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από την Ελλάδα προς την Κύπρο θα μπορούσαν να φτάσουν τις 1,5 έως 1,6 τεραβατώρες ετησίως, καλύπτοντας το 26% έως 27% των συνολικών αναγκών της κυπριακής αγοράς.

Πρόκειται για ιδιαίτερα σημαντική αλλαγή, καθώς το κυπριακό ηλεκτρικό σύστημα θα αποκτήσει πρόσβαση σε μια πολύ μεγαλύτερη αγορά, με περισσότερες τεχνολογίες ηλεκτροπαραγωγής και διαφορετικά προφίλ προσφοράς και ζήτησης.

Η Ελλάδα θα λειτουργεί ουσιαστικά ως ενεργειακή πύλη της Κύπρου προς το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.

Οι εισαγωγές θα ενισχύονται κυρίως τις βραδινές ώρες, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών μηδενίζεται και η Κύπρος πρέπει να καλύψει τη ζήτηση με άλλες πηγές.

Αντίθετα, τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας, το καλώδιο θα μπορεί να λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η πλεονάζουσα παραγωγή των κυπριακών φωτοβολταϊκών θα μπορεί να εξάγεται στην Ελλάδα, αντί να απορρίπτεται.

Η αμφίδρομη αυτή λειτουργία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μετατρέπει την Κύπρο από ένα ενεργειακά απομονωμένο νησί σε ενεργό συμμετέχοντα στην περιφερειακή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Το τέλος της σπατάλης της πράσινης ενέργειας

Η μελέτη αναδεικνύει και μια δεύτερη σημαντική οικονομική διάσταση, η οποία συνδέεται με τις περικοπές παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Στην Κύπρο, η μεγάλη ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών, σε συνδυασμό με την περιορισμένη ευελιξία του ηλεκτρικού συστήματος, έχει δημιουργήσει αυξανόμενες δυσκολίες στην απορρόφηση της πράσινης παραγωγής.

Το αποτέλεσμα είναι να υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες διαθέσιμη ηλεκτρική ενέργεια δεν μπορεί να αξιοποιηθεί.

Σύμφωνα με την προσομοίωση, χωρίς τη διασύνδεση οι περικοπές ΑΠΕ στην Κύπρο θα έφταναν το 11,8% το 2035. Με τη λειτουργία του GSI στα 500 MW, το ποσοστό περιορίζεται στο 4,5%.

Για την Ελλάδα η επίδραση είναι μικρότερη, καθώς οι περικοπές υπολογίζεται ότι περιορίζονται από 3,1% σε περίπου 2,9%.

Η διαφορά αυτή αντανακλά τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των δύο ηλεκτρικών συστημάτων. Η ελληνική αγορά διαθέτει ήδη διασυνδέσεις με γειτονικές χώρες, μεγαλύτερη παραγωγική βάση και περισσότερες δυνατότητες εξισορρόπησης.

Για την Κύπρο, αντίθετα, το καλώδιο δημιουργεί για πρώτη φορά μια εξωτερική διέξοδο για την πλεονάζουσα ηλεκτρική ενέργεια.

Το όφελος δεν αφορά μόνο τους καταναλωτές. Αφορά και τους επενδυτές σε ανανεώσιμες πηγές, καθώς η δυνατότητα εξαγωγών μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο απώλειας παραγωγής και να βελτιώσει τις προοπτικές αξιοποίησης των εγκαταστάσεών τους.

Λιγότερα καύσιμα, χαμηλότερες εκπομπές

Σημαντική είναι και η επίδραση στο κόστος λειτουργίας των συμβατικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής.

Η μελέτη υπολογίζει ότι στο σύνολο των δύο ηλεκτρικών συστημάτων η ετήσια δαπάνη για καύσιμα μπορεί να μειωθεί κατά περίπου 61 έως 62 εκατ. ευρώ.

Η εξοικονόμηση προκύπτει από τη δυνατότητα υποκατάστασης ακριβότερης θερμικής παραγωγής με οικονομικότερη ηλεκτρική ενέργεια που μεταφέρεται μέσω της διασύνδεσης.

Παράλληλα, η μικρότερη λειτουργία συμβατικών μονάδων συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Η παράμετρος αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο, η οποία αντιμετωπίζει υψηλό κόστος ηλεκτροπαραγωγής και επιβαρύνσεις που συνδέονται με τις εκπομπές των συμβατικών μονάδων της.

Επομένως, η οικονομική αξία της διασύνδεσης δεν εξαντλείται στη δυνατότητα εισαγωγής φθηνότερου ρεύματος. Συνδέεται επίσης με τη μείωση της εξάρτησης από συμβατικά καύσιμα και την καλύτερη αξιοποίηση των εγχώριων ανανεώσιμων πηγών.

Το μεγάλο ερώτημα: Ποιος πληρώνει και ποιος κερδίζει;

Η δημοσιοποίηση της μελέτης έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για το Great Sea Interconnector έχει μεταφερθεί σε μεγάλο βαθμό από την ενεργειακή σκοπιμότητα στο χρηματοδοτικό και γεωπολιτικό πεδίο.

Το έργο έχει βρεθεί αντιμέτωπο με διαφωνίες για την κατανομή του κόστους, τη συμμετοχή της κυπριακής πλευράς, την ανάκτηση των επενδυτικών δαπανών και την αντιμετώπιση των κινδύνων που συνδέονται με την υλοποίησή του.

Η νέα μελέτη προσφέρει ένα σημαντικό επιχείρημα υπέρ της οικονομικής χρησιμότητας της διασύνδεσης, χωρίς όμως να επιλύει αυτομάτως αυτά τα ζητήματα.

Και εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη διάκριση.

Τα 138 εκατ. ευρώ αποτελούν εκτιμώμενο ετήσιο όφελος των καταναλωτών σε συγκεκριμένο σενάριο λειτουργίας, όχι καθαρή ετήσια απόδοση της επένδυσης.

Για να αξιολογηθεί συνολικά η οικονομική βιωσιμότητα του έργου, πρέπει να συνεκτιμηθούν το κόστος κατασκευής, οι χρηματοδοτικές δαπάνες, οι χρεώσεις χρήσης της διασύνδεσης, οι λειτουργικές δαπάνες και οι κίνδυνοι καθυστέρησης.

Επιπλέον, οι αριθμοί της μελέτης αφορούν ένα μελλοντικό ηλεκτρικό σύστημα, εκείνο του 2035. Η πραγματική εξέλιξη των τιμών καυσίμων, των ΑΠΕ, της αποθήκευσης και της ζήτησης μπορεί να διαφοροποιήσει τα αποτελέσματα.

Αυτό, ωστόσο, δεν μειώνει τη σημασία του βασικού ευρήματος: η κυπριακή αγορά εμφανίζεται να έχει πολύ μεγαλύτερο οικονομικό κίνητρο από την ελληνική για την ολοκλήρωση της διασύνδεσης.

Η ελληνική πλευρά και η γεωπολιτική αξία

Για την Ελλάδα, η αποτίμηση του GSI δεν μπορεί να περιοριστεί στο άμεσο οικονομικό όφελος των 14,3 εκατ. ευρώ ετησίως που προκύπτει στο σενάριο των 500 MW.

Η χώρα αποκτά έναν επιπλέον ενεργειακό διάδρομο, ενισχύει τη θέση της ως κόμβου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο και δημιουργεί προϋποθέσεις για βαθύτερη περιφερειακή ολοκλήρωση των αγορών.

Ταυτόχρονα, το έργο έχει ευρύτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου, την ευρωπαϊκή στρατηγική διασυνδέσεων και την παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτή η διάσταση εξηγεί γιατί η Αθήνα εξακολουθεί να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην υλοποίησή του, παρά τις δυσκολίες.

Η γεωπολιτική αξία, ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέεται με την οικονομική αποδοτικότητα. Πρόκειται για δύο διαφορετικές παραμέτρους, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν παράλληλα.

Η μελέτη αλλάζει τους όρους της συζήτησης

Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας του ΑΠΘ είναι ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου μπορεί να δημιουργήσει σημαντικό και μετρήσιμο οικονομικό όφελος, με συντριπτικά μεγαλύτερη ωφέλεια για την κυπριακή πλευρά.

Η μείωση της χονδρεμπορικής τιμής κατά περίπου 19%, η κάλυψη του ενός τετάρτου των ενεργειακών αναγκών της Κύπρου μέσω καθαρών εισαγωγών και ο δραστικός περιορισμός των περικοπών ΑΠΕ συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.

Από την άλλη πλευρά, τα στοιχεία για την αξιοποίηση της μεταφορικής ικανότητας αναδεικνύουν την ανάγκη προσεκτικής αξιολόγησης του μεγέθους και της οικονομικής διάρθρωσης της επένδυσης.

Το πραγματικό ζητούμενο πλέον είναι να αποδειχθεί ότι τα οφέλη για τους καταναλωτές μπορούν να υπερκαλύψουν το κόστος που θα κληθούν να αναλάβουν, με τρόπο δίκαιο, διαφανή και οικονομικά βιώσιμο.

Σε κάθε περίπτωση, η νέα μελέτη μεταφέρει τη συζήτηση σε πιο συγκεκριμένο έδαφος. Το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η Ελλάδα και η Κύπρος χρειάζονται μια ηλεκτρική διασύνδεση, αλλά και πόσο κοστίζει η απουσία της.

Και με βάση τα συγκεκριμένα ευρήματα, η ενεργειακή απομόνωση φαίνεται να έχει πολύ μεγαλύτερο οικονομικό τίμημα για την Κύπρο από ό,τι για την Ελλάδα.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας