Η ενέργεια εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες τροφοδότησης του πληθωρισμού στην Ελλάδα, με τις ανατιμήσεις να μην περιορίζονται πλέον στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και στα καύσιμα, αλλά να διαχέονται στο συνολικό κόστος ζωής. Έτσι, η άνοδος των ενεργειακών τιμών, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος στέγασης και υπηρεσιών, συντηρεί τις πληθωριστικές πιέσεις και περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Η εικόνα αποτυπώνεται στη Φθινοπωρινή Έκθεση 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ), η οποία καταγράφει την επιμονή του πληθωρισμού, τις ανοδικές αναθεωρήσεις των προβλέψεων και τους κινδύνους από ενδεχόμενη περαιτέρω αύξηση του ενεργειακού κόστους. Ιδιαίτερη σημασία έχει η επισήμανση ότι, εάν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν υψηλές, υπάρχει κίνδυνος ευρύτερης μετακύλισης του κόστους στην οικονομία και ενίσχυσης των δευτερογενών πληθωριστικών επιπτώσεων.
Ενεργειακές ανατιμήσεις πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης
Ανακυτικά, με βάση την έκθεση, ο μέσος εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,6% στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2026, έναντι 3,2% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Αφού κορυφώθηκε στο 4,9% τον Μάιο, υποχώρησε στο 3,7% τον Αύγουστο, ενώ τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για τον Οκτώβριο δείχνουν νέα επιτάχυνση στο 5,6%.
Καθοριστική είναι η συμβολή της ενέργειας. Μετά την κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, οι τιμές ενέργειας στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 10,6% στο πρώτο οκτάμηνο, όταν στην ευρωζώνη η αντίστοιχη αύξηση περιορίστηκε στο 6,6%.
Η ετήσια μεταβολή των ενεργειακών τιμών έφτασε μάλιστα το 21,6% τον Απρίλιο, ενώ παρέμεινε στο 15,4% τον Αύγουστο, επιβεβαιώνοντας ότι το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή πίεση στον δείκτη τιμών καταναλωτή.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην άμεση ενεργειακή δαπάνη. Η αύξηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης και καυσίμων επηρεάζει το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, τις μεταφορές, την εστίαση και ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών, δημιουργώντας συνθήκες ευρύτερης μετακύλισης των ανατιμήσεων.
Ενδεικτικό είναι ότι τον Αύγουστο η κατηγορία «Στέγαση, νερό, ηλεκτρισμός, αέριο και άλλα καύσιμα» κατέγραψε αύξηση 9,5%. Παράλληλα, οι υπηρεσίες εστίασης και καταλύματος ανατιμήθηκαν κατά 8,1%, ενώ το σύνολο των υπηρεσιών εμφάνισε αύξηση 4,5%.
Η Eurostat
Σημειώνεται ότι με βάση τα νεότερα στοιχεία της Eurostat και την προκαταρκτική εκτίμηση, ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη αυξήθηκε στο 4% τον Οκτώβριο, από 3,8% τον Σεπτέμβριο. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η άνοδος ήταν εντονότερη, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή να διαμορφώνεται στο 5,6%, έναντι 5,1% τον προηγούμενο μήνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Αύγουστο ο πληθωρισμός βρισκόταν στο 3,7%, προτού ακολουθήσει η απότομη επιτάχυνση του Σεπτεμβρίου.
Σε μηνιαία βάση, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 0,4% τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ευρωζώνη, καταγράφοντας χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Η επιβράδυνση αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί για να ανατρέψει τη συνολική εικόνα, καθώς οι ανατιμήσεις εξακολουθούν να συσσωρεύονται, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ανοδικές αναθεωρήσεις στις προβλέψεις για τον πληθωρισμό
Η επιμονή των ανατιμήσεων αποτυπώνεται, πάντως, με βάση και το ΕΔΣ, και στις προβλέψεις των οικονομικών οργανισμών. Το υπουργείο Οικονομικών αναθεώρησε τον Οκτώβριο την εκτίμησή του για τον πληθωρισμό του 2026 από 3,2% σε 3,6%.
Υψηλότερες είναι οι προβλέψεις των διεθνών και εγχώριων οργανισμών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τοποθετεί τον πληθωρισμό στο 3,7%, η Τράπεζα της Ελλάδος στο 3,8%, ενώ ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ εκτιμούν ότι θα διαμορφωθεί στο 4,2%.
Για το 2027, το ΔΝΤ προβλέπει πληθωρισμό 3,6%, έναντι 2,4% που εκτιμά το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού. Η απόκλιση υπογραμμίζει την αβεβαιότητα γύρω από την πορεία των ενεργειακών τιμών και τον κίνδυνο διατήρησης των πληθωριστικών πιέσεων σε υψηλά επίπεδα.
Στο μεταξύ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε δύο αυξήσεις επιτοκίων, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο, με το επιτόκιο καταθέσεων να διαμορφώνεται στο 2,50%, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης των πληθωριστικών πιέσεων.
Η ενέργεια πιέζει εισοδήματα και κατανάλωση
Όπως, δε, αναφέρει η έκθεση, επίδραση της ενεργειακής ακρίβειας δεν αποτυπώνεται μόνο στους δείκτες τιμών, αλλά και στην πραγματική οικονομία. Η αύξηση του κόστους ενέργειας περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα, καθώς τα νοικοκυριά αναγκάζονται να διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους για ηλεκτρική ενέργεια, θέρμανση, μετακινήσεις και βασικές υπηρεσίες.
Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η πραγματική αμοιβή των εργαζομένων στην Ελλάδα αυξήθηκε μόλις κατά 0,1% το 2025, έναντι 1,8% στην ευρωζώνη. Για το 2026 προβλέπεται αντίστοιχη αύξηση 0,1%, γεγονός που δείχνει ότι οι μισθολογικές αυξήσεις δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν την άνοδο του κόστους ζωής.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα στην κατανάλωση. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά μόλις 0,9% στο πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 1,5% την αντίστοιχη περίοδο του 2025 και 1,7% στο σύνολο του προηγούμενου έτους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει την επιβράδυνση με την αύξηση των ενεργειακών τιμών, η οποία περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και ανακόπτει την καταναλωτική δαπάνη, παρά τα μέτρα στήριξης. Το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού προβλέπει αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,4% το 2026 και 1,5% το 2027.
Τα μέτρα ενεργειακής στήριξης και τα όρια του προϋπολογισμού
Για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ενεργειακής ακρίβειας, όπως αναφέρει το ΕΔΣ, τα έκτακτα μέτρα του 2026 ανέρχονται σε περίπου 670 εκατ. ευρώ. Στις βασικές παρεμβάσεις περιλαμβάνονται η επιδότηση του πετρελαίου κίνησης, ύψους 216 εκατ. ευρώ, η έκτακτη ενίσχυση οικογενειών με παιδιά, ύψους 232 εκατ. ευρώ, και το Fuel Pass, ύψους 113 εκατ. ευρώ.
Για το 2027 προβλέπονται μέτρα ενεργειακής προσαρμογής ύψους 0,2% του ΑΕΠ μέσω της διευρυμένης εθνικής ρήτρας διαφυγής, καθώς και πρόσθετη πίστωση 200 εκατ. ευρώ για ενδεχόμενες ανάγκες επιδότησης του ενεργειακού κόστους κατά τους πρώτους μήνες του έτους.
Ωστόσο, το περιθώριο για νέες παρεμβάσεις είναι περιορισμένο. Οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες αυξάνονται το 2026 κατά 8%, έναντι συνιστώμενου ορίου 3,6%, ενώ σωρευτικά για την περίοδο 2024-2026 η αύξηση διαμορφώνεται στο 10,8%, έναντι ορίου 10,3%.
Τα έσοδα από ΦΠΑ και η δημοσιονομική διάσταση της ακρίβειας
Η άνοδος των τιμών, ωστόσο, έχει και μια διαφορετική επίπτωση στα δημόσια οικονομικά, καθώς ενισχύει τις ονομαστικές εισπράξεις από φόρους κατανάλωσης.
Τα έσοδα από ΦΠΑ ανήλθαν σε 14,58 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξημένα κατά 1,69 δισ. ευρώ ή 13,1% σε ετήσια βάση και κατά 879 εκατ. ευρώ υψηλότερα από τον στόχο του προϋπολογισμού.
Το ΕΔΣ αποδίδει τη βελτίωση κυρίως στην οικονομική ανάπτυξη και στην ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, επισημαίνοντας ότι η φοροδιαφυγή έχει περιοριστεί ειδικά στους φόρους κατανάλωσης. Παράλληλα, η άνοδος των τιμών διευρύνει την ονομαστική βάση υπολογισμού του ΦΠΑ, αυξάνοντας τις εισπράξεις για το Δημόσιο.
Η ίδια ονομαστική επίδραση συμβάλλει και στην αποκλιμάκωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, καθώς ο υψηλότερος πληθωρισμός αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ. Έτσι, η βελτίωση ορισμένων δημοσιονομικών δεικτών συνυπάρχει με την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.
Ο κίνδυνος της μετακύλισης του ενεργειακού κόστους
Η βασική προειδοποίηση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου αφορά τη διάρκεια των ενεργειακών πιέσεων. Εάν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν υψηλές, το αυξημένο κόστος ενδέχεται να μετακυλιστεί ευρύτερα στην οικονομία, ενισχύοντας τις ανατιμήσεις σε αγαθά και υπηρεσίες και καθιστώντας τον πληθωρισμό πιο επίμονο.
Για την ελληνική οικονομία, το ζητούμενο είναι διπλό και αφορά αφενός τη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους και των επιπτώσεών του στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και αφετέρου την προστασία της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.
Το ΕΔΣ επισημαίνει, επίσης, ότι η διατήρηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών εντός των δημοσιονομικών ορίων είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου, ο οποίος θα μπορεί να αξιοποιηθεί για στοχευμένη στήριξη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων.