Η υψηλή φορολόγηση της κατανάλωσης εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα βάρη για τα ελληνικά νοικοκυριά, με τον ΦΠΑ και τους υπόλοιπους έμμεσους φόρους να διατηρούν την Ελλάδα στις πρώτες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χώρα κατατάσσεται τέταρτη μεταξύ των 27 κρατών-μελών ως προς την επιβάρυνση από έμμεσους φόρους, καθώς τα σχετικά έσοδα αντιστοιχούν στο 17,2% του ΑΕΠ, έναντι 13,4% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τον ΦΠΑ, τα έσοδα από τον οποίο φθάνουν στο 9,4% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ διαμορφώνεται στο 7,2%. Πρόκειται για μια διαφορά που αποτυπώνει τη μεγάλη εξάρτηση των κρατικών εσόδων από τη φορολόγηση της κατανάλωσης, σε μια περίοδο κατά την οποία νοικοκυριά και επιχειρήσεις εξακολουθούν να πιέζονται από το αυξημένο κόστος διαβίωσης και λειτουργίας.
Η υψηλή φορολογική επιβάρυνση δεν περιορίζεται, βεβαίως, στα καθημερινά αγαθά. Επηρεάζει ευρύτερα το κόστος κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειακών προϊόντων και των καυσίμων, καθιστώντας τη φορολογία έναν από τους κρίσιμους παράγοντες που διαμορφώνουν τις τελικές τιμές για τους καταναλωτές.
Στα ίδια επίπεδα με το 2019 η συνολική φορολογική επιβάρυνση
Την ίδια στιγμή, παρά τις μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια, η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παραμένει αμετάβλητη σε σχέση με το 2019.
Σύμφωνα με ανάλυση του ΚΕΦΙΜ με τίτλο «Η ανάλυση της φορολογικής επιβάρυνσης στην Ελλάδα, 2019–2025: Τι εισπράττει το κράτος σε φόρους και πού τα δαπανά;», το 2025 η συνολική επιβάρυνση διαμορφώθηκε στο 41,3% του ΑΕΠ, έναντι 37,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο φθάνει τις 3,4 ποσοστιαίες μονάδες.
Παράλληλα, τα συνολικά έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές αυξήθηκαν κατά περίπου 35% σε ονομαστικούς όρους, από 76,4 δισ. ευρώ το 2019 σε 103,2 δισ. ευρώ το 2025.
Η εικόνα διαφοροποιείται ανάλογα με την κατηγορία των φόρων. Οι άμεσοι φόροι στην Ελλάδα αντιστοιχούν στο 11% του ΑΕΠ, έναντι 12,2% στην ΕΕ, ενώ οι κοινωνικές εισφορές φθάνουν στο 13%, έναντι 12,1% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Γιατί οι μειώσεις φόρων δεν μείωσαν τη συνολική επιβάρυνση
Όπως εξηγεί το ΚΕΦΙΜ, η διατήρηση της φορολογικής επιβάρυνσης στα επίπεδα του 2019 συνδέεται με την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης, τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, αλλά και την επίδραση του πληθωρισμού στα φορολογικά έσοδα.
Σημαντική είναι και η επίδραση της λεγόμενης δημοσιονομικής ολίσθησης (fiscal drag). Όταν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται χωρίς να αναπροσαρμόζονται αντίστοιχα τα φορολογικά κλιμάκια, οι φορολογούμενοι μπορεί να μετακινούνται σε υψηλότερα κλιμάκια και να καταβάλλουν περισσότερους φόρους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυξάνεται αντίστοιχα η πραγματική αγοραστική τους δύναμη.
Το ΚΕΦΙΜ επισημαίνει ότι η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής θα μπορούσαν να δημιουργήσουν περιθώρια για νέες μειώσεις φόρων, με ιδιαίτερη έμφαση στη φορολογία της κατανάλωσης.
Πού κατευθύνονται οι δημόσιοι πόροι
Η ανάλυση εξετάζει και την κατανομή των δημόσιων δαπανών, αναδεικνύοντας σημαντικές διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ειδικότερα, σχεδόν 8 στα 10 ευρώ που διατίθενται για κοινωνική προστασία στην Ελλάδα κατευθύνονται στις συντάξεις γήρατος και επιζώντων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, από κάθε 1.000 ευρώ κοινωνικής προστασίας, τα 786 ευρώ αφορούν συντάξεις, έναντι 618 ευρώ στην ΕΕ.
Αντίθετα, μόλις 51 ευρώ κατευθύνονται στην οικογένεια και τα παιδιά, έναντι 124 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για την ασθένεια και την αναπηρία διατίθενται 85 ευρώ, έναντι 141 ευρώ στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Χαμηλότερες είναι επίσης οι δημόσιες δαπάνες για την υγεία και την παιδεία. Το 2024 οι δαπάνες υγείας αντιστοιχούσαν στο 5,7% του ΑΕΠ, έναντι 6,8% στην ΕΕ, ενώ οι δαπάνες για την παιδεία διαμορφώθηκαν στο 3,9%, έναντι 5%.
Ρώμπαπας: Περιθώρια για περαιτέρω μειώσεις φόρων, ιδιαίτερα στην κατανάλωση
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, σημειώνει ότι οι μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών από το 2019 αποτελούν θετική εξέλιξη, ωστόσο η διατήρηση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο καταδεικνύει ότι υπάρχουν ακόμη ουσιαστικά περιθώρια ελάφρυνσης πολιτών και επιχειρήσεων.
Όπως τονίζει, η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής πρέπει να δημιουργούν χώρο για νέες μειώσεις φόρων, ιδιαίτερα στην κατανάλωση, καθώς και για ένα απλούστερο και πιο ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στα φορολογικά έσοδα του κράτους, αλλά να επεκτείνεται και στον τρόπο αξιοποίησής τους, καθώς η περιορισμένη χρηματοδότηση της οικογένειας, των παιδιών και των ατόμων με αναπηρία αναδεικνύει την ανάγκη επανεξέτασης των προτεραιοτήτων στις δημόσιες δαπάνες.
Η ανάλυση του ΚΕΦΙΜ υπογράφεται από τον πρόεδρό του Νίκο Ρώμπαπα και τον επικεφαλής Ερευνών Κωνσταντίνο Σαραβάκο και βασίζεται στα στοιχεία της Eurostat για την περίοδο 2019–2025, καθώς και σε στοιχεία για τις δημόσιες δαπάνες έως το 2024.