Τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης πιστοποιούν ότι ένα σπίτι έγινε αποδοτικότερο. Δεν δείχνουν όμως πάντα πόση ενέργεια εξοικονομήθηκε τελικά στην πράξη. Το κενό ανάμεσα στο ΠΕΑ και στον πραγματικό μετρητή.
Πόση ενέργεια εξοικονομεί τελικά ένα σπίτι αφού αλλάξει κουφώματα, μονωθεί και αποκτήσει αντλία θερμότητας;
Η απάντηση δεν βρίσκεται πάντα εκεί όπου θα περίμενε κανείς.
Στο «Εξοικονομώ 2025» υπάρχει σαφής μηχανισμός πιστοποίησης της ενεργειακής αναβάθμισης. Η κατοικία περνά από πρώτη ενεργειακή επιθεώρηση πριν από τις παρεμβάσεις και από δεύτερη μετά την ολοκλήρωσή τους. Ο στόχος είναι συγκεκριμένος: αναβάθμιση κατά τουλάχιστον τρεις ενεργειακές κατηγορίες και εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας άνω του 30%.
Αυτό όμως που πιστοποιείται είναι η υπολογιζόμενη ενεργειακή απόδοση του κτιρίου. Δεν είναι κατ’ ανάγκην η πραγματική κατανάλωση του νοικοκυριού έναν χρόνο αργότερα.
Η διαφορά έχει σημασία. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει το λεγόμενο «performance gap», την απόσταση ανάμεσα στην ενεργειακή απόδοση που προβλέπει ένα μοντέλο και στην ενέργεια που τελικά καταναλώνεται. Παίζουν ρόλο η συμπεριφορά των ενοίκων, οι ώρες χρήσης της θέρμανσης και της ψύξης, ο αριθμός των ατόμων που κατοικούν στο σπίτι, η ποιότητα της εγκατάστασης αλλά και οι καιρικές συνθήκες.
Ένα παράδειγμα αρκεί για να δείξει το πρόβλημα. Διαμέρισμα 95 τ.μ. στην Αθήνα καταναλώνει 8.400 kWh τον χρόνο. Μετά την αλλαγή κουφωμάτων και τη θερμομόνωση, η κατανάλωση πέφτει στις 6.300 kWh. Ο μετρητής δείχνει μείωση 25%, ενώ το ΠΕΑ μπορεί να είχε προβλέψει 35%.
Ακόμη και αυτή η σύγκριση, όμως, θέλει προσοχή. Αν ο δεύτερος χειμώνας ήταν ηπιότερος, μέρος της πτώσης οφείλεται στον καιρό και όχι στις παρεμβάσεις. Η πραγματική εξοικονόμηση μπορεί τελικά να είναι μικρότερη.
Όταν το ρεύμα αυξάνεται αλλά η κατανάλωση πέφτει
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη όταν αλλάζει η πηγή ενέργειας. Μια μονοκατοικία μπορεί πριν από την αναβάθμιση να καταναλώνει 4.200 kWh ηλεκτρικής ενέργειας και 1.200 λίτρα πετρελαίου τον χρόνο. Μετά την εγκατάσταση αντλίας θερμότητας, το πετρέλαιο μηδενίζεται αλλά η κατανάλωση ηλεκτρικού ανεβαίνει στις 7.000 kWh.
Αν κάποιος κοιτάξει μόνο τον λογαριασμό ρεύματος, θα δει αύξηση σχεδόν 67%. Το συμπέρασμα θα είναι λάθος.
Η κατοικία δεν καταναλώνει απαραίτητα περισσότερη ενέργεια. Απλώς ένα μεγάλο μέρος της κατανάλωσης μεταφέρθηκε από το πετρέλαιο στον ηλεκτρισμό. Για να αποτιμηθεί σωστά το αποτέλεσμα πρέπει να συγκριθεί η συνολική ενεργειακή κατανάλωση πριν και μετά.
Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στην ηλεκτροκίνηση. Ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο αυξάνει την κατανάλωση ρεύματος ενός νοικοκυριού, αλλά παράλληλα μπορεί να μηδενίζει εκατοντάδες λίτρα βενζίνης ή ντίζελ τον χρόνο.
Η μέτρηση μιας μόνο μορφής ενέργειας μπορεί επομένως να οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που συμβαίνει στην πράξη.
Όταν η εξοικονόμηση γίνεται περισσότερη άνεση
Υπάρχει και μια τρίτη περίπτωση. Ένα νοικοκυριό καταναλώνει πριν από την ενεργειακή αναβάθμιση 7.500 kWh τον χρόνο. Μετά τη μόνωση και την αλλαγή κουφωμάτων, παρότι το ΠΕΑ προβλέπει εξοικονόμηση 40%, η πραγματική κατανάλωση πέφτει μόλις στις 7.100 kWh.
Μείωση περίπου 5%. Η πρώτη σκέψη είναι ότι η παρέμβαση δεν απέδωσε.
Μπορεί όμως πριν από την ανακαίνιση οι ένοικοι να κρατούσαν το σπίτι στους 18 βαθμούς για να περιορίσουν το κόστος και μετά τις εργασίες να το θερμαίνουν στους 21. Ή να άρχισαν να χρησιμοποιούν δωμάτια που προηγουμένως έμεναν κλειστά.
Μέρος της θεωρητικής εξοικονόμησης έχει τότε μετατραπεί σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.
Πρόκειται για το λεγόμενο «rebound effect» η βελτίωση δηλαδή της ενεργειακής απόδοσης μειώνει το κόστος χρήσης και ένα μέρος του οφέλους απορροφάται από μεγαλύτερη κατανάλωση ή περισσότερη άνεση.
Δεν σημαίνει ότι η αναβάθμιση απέτυχε. Σημαίνει ότι το αποτέλεσμα δεν αποτυπώνεται πάντα με τον τρόπο που προβλέπει το μοντέλο.
Η Eurofound και το ελληνικό κενό
Αυτό ακριβώς κάνει επίκαιρη τη νέα έρευνα της Eurofound για τη χρήση συμπεριφορικών εργαλείων στην πράσινη πολιτική.
Η έκθεση, που δημοσιεύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου, εξετάζει τις 27 χώρες της Ε.Ε. και τη Νορβηγία και καταγράφει μεγάλες αποκλίσεις ως προς το πόσο οργανωμένα τα κράτη παρακολουθούν τη συμπεριφορά των πολιτών μετά την εφαρμογή ενός μέτρου.
Σε 17 από τις 28 χώρες εντοπίζει ελάχιστη ή καθόλου σχετική υποδομή. Η Ελλάδα βρίσκεται στις χαμηλές βαθμίδες ωριμότητας.
Η κατάταξη δεν βαθμολογεί τη συνολική ελληνική κλιματική πολιτική. Δείχνει όμως κάτι πιο συγκεκριμένο: αν υπάρχει μόνιμος μηχανισμός που να παρακολουθεί συστηματικά τι συμβαίνει μετά την εφαρμογή ενός μέτρου και αν οι πραγματικές συμπεριφορές επιβεβαιώνουν τις αρχικές προβλέψεις.
Εκεί βρίσκεται και το ελληνικό ερώτημα. Μετά το «Εξοικονομώ», μετά την αντικατάσταση θερμοσίφωνα ή την εγκατάσταση αντλίας θερμότητας, πόση από την αναμενόμενη εξοικονόμηση εμφανίζεται τελικά στον μετρητή;
Τα δεδομένα υπάρχουν
Τεχνικά, η απάντηση γίνεται όλο και ευκολότερη. Ο ΔΕΔΔΗΕ προχωρά στην αντικατάσταση των συμβατικών μετρητών με έξυπνους μετρητές, ενώ για τις τηλεμετρούμενες παροχές υπάρχουν ήδη αναλυτικότερα στοιχεία κατανάλωσης.
Αυτό επιτρέπει κάτι πολύ πιο χρήσιμο από την απλή καταμέτρηση των vouchers που εξαργυρώθηκαν: ανωνυμοποιημένες συγκρίσεις της πραγματικής κατανάλωσης πριν και μετά τις παρεμβάσεις.
Η μέτρηση, βέβαια, δεν μπορεί να περιορίζεται σε δύο λογαριασμούς.
Χρειάζεται σύγκριση σε kWh, διόρθωση για τις καιρικές συνθήκες, έλεγχος της ημερομηνίας ολοκλήρωσης των εργασιών και καταγραφή βασικών αλλαγών στο νοικοκυριό, όπως ο αριθμός των ενοίκων ή η τηλεργασία.
Ο λογαριασμός σε ευρώ δεν αρκεί. Μπορεί να μειωθεί επειδή έπεσε η τιμή του ρεύματος ή αυξήθηκε μια επιδότηση, χωρίς να έχει εξοικονομηθεί ούτε μία επιπλέον κιλοβατώρα.
Μετά από διαδοχικά προγράμματα δισεκατομμυρίων για ενεργειακές αναβαθμίσεις και καθαρότερες τεχνολογίες, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι πήραν την επιδότηση.
Είναι τι απέδωσε τελικά η επένδυση όταν έκλεισε ο φάκελος του προγράμματος και άρχισε να γράφει ο μετρητής.