Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να συνεχίσει να αγοράζει ρωσική ενέργεια, καθώς η πλήρης απαγόρευση των εισαγωγών φυσικού αερίου από τη Ρωσία κινδυνεύει να επιδεινώσει την ενεργειακή κρίση και να προκαλέσει νέο κύμα ανατιμήσεων, προειδοποιεί ο Ευάγγελος Μυτιληναίος σε συνέντευξή του στους βρετανικούς Times.
Ο εκτελεστικός πρόεδρος της METLEN Energy & Metals παρεμβαίνει στην πιο δύσκολη στιγμή για την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική, καθώς η ήπειρος βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλές τιμές, μειωμένα αποθέματα φυσικού αερίου και αυξημένες γεωπολιτικές αβεβαιότητες ενόψει του χειμώνα.
Η θέση που διατυπώνει είναι ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοήσει την οικονομική πραγματικότητα: το ρωσικό φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί μια φθηνότερη πηγή προμήθειας σε σύγκριση με αρκετές από τις εναλλακτικές επιλογές και η βεβιασμένη απομάκρυνσή του από την αγορά θα μεταφέρει το κόστος στις επιχειρήσεις και στους καταναλωτές.
Η προειδοποίηση για τον χειμώνα
Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος υποστηρίζει ότι οι επικείμενες ευρωπαϊκές απαγορεύσεις στις εισαγωγές ρωσικού αερίου θα επιβαρύνουν περαιτέρω την ενεργειακή κρίση που αντιμετωπίζει η ήπειρος. Οι συνέπειες, όπως εκτιμά, θα είναι εντονότερες στις οικονομικά ασθενέστερες χώρες, οι οποίες διαθέτουν μικρότερα δημοσιονομικά περιθώρια για τη στήριξη των νοικοκυριών και της βιομηχανίας.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ενεργειακή ασφάλεια. Αφορά άμεσα την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, καθώς η ακριβή ενέργεια έχει ήδη μετατραπεί σε δομικό μειονέκτημα απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένη είναι η βαριά βιομηχανία χωρών όπως η Γερμανία, η οποία είχε οικοδομήσει επί δεκαετίες το παραγωγικό της μοντέλο πάνω στην πρόσβαση σε άφθονο και φθηνό ρωσικό αέριο. Η αντικατάστασή του με ακριβότερο LNG αυξάνει το κόστος παραγωγής και ενισχύει τον κίνδυνο μεταφοράς επενδύσεων εκτός Ευρώπης.
Το χρονοδιάγραμμα του ευρωπαϊκού εμπάργκο
Η ΕΕ έχει αποφασίσει τη σταδιακή και οριστική διακοπή των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου. Οι μακροχρόνιες συμβάσεις για ρωσικό LNG θα τερματιστούν από την 1η Ιανουαρίου 2027, ενώ οι εισαγωγές μέσω αγωγών θα απαγορευτούν από τις 30 Σεπτεμβρίου 2027.
Η δεύτερη προθεσμία μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να μετατεθεί έως την 1η Νοεμβρίου 2027, εφόσον κάποιο κράτος-μέλος δυσκολεύεται να επιτύχει τα απαιτούμενα επίπεδα πλήρωσης των αποθηκών του.
Πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, η Ρωσία κάλυπτε περίπου το 45% των ευρωπαϊκών εισαγωγών φυσικού αερίου. Έκτοτε το μερίδιό της έχει περιοριστεί δραστικά, χωρίς όμως να μηδενιστεί. Ρωσικό LNG και αέριο μέσω αγωγών εξακολουθούν να φτάνουν στην ευρωπαϊκή αγορά, κυρίως σε χώρες όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία.
Ο επικεφαλής της METLEN διαχωρίζει ουσιαστικά την πολιτική επιδίωξη της απεξάρτησης από τη Ρωσία από τις οικονομικές και βιομηχανικές επιπτώσεις της. Η θέση του έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την προσέγγιση του Κιέβου και του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, σύμφωνα με την οποία κάθε ευρωπαϊκή αγορά ρωσικής ενέργειας χρηματοδοτεί την πολεμική μηχανή της Μόσχας.
Η ενεργειακή μετάβαση χρειάζεται ασφάλεια εφοδιασμού
Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος δεν αμφισβητεί την ανάγκη της πράσινης μετάβασης. Θέτει, όμως, ζήτημα ταχύτητας και ρεαλισμού, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να περιορίζει τις διαθέσιμες συμβατικές πηγές ενέργειας πριν δημιουργήσει επαρκείς εναλλακτικές υποδομές.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κριτική του προς τη Βρετανία για τον περιορισμό της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα, την ώρα που τα δίκτυα, η αποθήκευση και οι υπόλοιπες υποδομές της νέας ενεργειακής οικονομίας δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί στον βαθμό που απαιτείται.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε απαγορεύσεις. Χρειάζεται ταυτόχρονα επάρκεια καυσίμων, επενδύσεις στα δίκτυα και στην αποθήκευση, διαφοροποίηση των προμηθευτών και προστασία της βιομηχανικής παραγωγής.
Αιχμές για τη βρετανική οικονομία
Η συνέντευξη στους Times δεν περιορίζεται στη ρωσική ενέργεια. Ο πρόεδρος της METLEN ασκεί κριτική και στην οικονομική κατεύθυνση του Ηνωμένου Βασιλείου, υποστηρίζοντας ότι η χώρα πρέπει να υιοθετήσει μια καθαρότερη και περισσότερο φιλική προς τις επιχειρήσεις πολιτική.
Κατά την άποψή του, η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης και η αβεβαιότητα γύρω από το επιχειρηματικό περιβάλλον υπονομεύουν την ικανότητα του Λονδίνου να συγκρατεί εταιρείες και να προσελκύει νέες επενδύσεις. Αντιπαραβάλλει τη βρετανική κατάσταση με τις ΗΠΑ, όπου, όπως επισημαίνει, το οικονομικό μοντέλο είναι σαφέστερα προσανατολισμένο στην επιχειρηματικότητα και στη δημιουργία κεφαλαίου.
Καλεί, ουσιαστικά, τη βρετανική κυβέρνηση να προχωρήσει σε μια πιο αποφασιστική προσπάθεια αναζωογόνησης του City και της κεφαλαιαγοράς του Λονδίνου.