Στα τέλη Νοεμβρίου του 2023, πάνω σε ένα σκάφος ανοικτά του Αμπού Ντάμπι, ένα κορυφαίο στέλεχος του μεγαλύτερου κρατικά ελεγχόμενου ενεργειακού ομίλου της Πολωνίας στράφηκε προς έναν νεαρό trader που γνώριζε και του έδωσε μια απατηλά απλή εντολή:
«Βγες στην αγορά και βρες μου πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα»
Το στέλεχος ήταν ο Σάμερ Αουάντ, ο οποίος μόλις έναν χρόνο νωρίτερα είχε αναλάβει τη διοίκηση του νέου εμπορικού βραχίονα της Orlen στην Ελβετία. Ο trader ήταν ο Καμ Χο «Άλεξ» Τσε, ιδρυτής της Hannon International με έδρα το Ντουμπάι, μιας νεοσύστατης εταιρείας εμπορίας πετρελαίου.
Όσα ακολούθησαν εκείνη τη συζήτηση εξελίχθηκαν σε μια παράξενη και εκτεταμένη διαμάχη στην αγορά εμπορευμάτων, με εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια να αγνοούνται, τεράστια ποσά σε κρυπτονομίσματα να αλλάζουν χέρια μέσω USB σε εστιατόρια του Καράκας και, τελικά, ελάχιστο πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα να παραδίδεται.
Οι εισαγγελικές αρχές της Βαρσοβίας έχουν απαγγείλει κατηγορίες στον Αουάντ και σε άλλα πρώην στελέχη της Orlen Trading Switzerland για κακοδιαχείριση. Ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ ενέταξε το σκάνδαλο στην ευρύτερη επιχείρηση «εκκαθάρισης» των κρατικών επιχειρήσεων, δηλώνοντας ότι «οι Πολωνοί πρέπει να μάθουν την αλήθεια».
Έρευνα των Financial Times, βασισμένη σε εσωτερικά εταιρικά έγγραφα, στοιχεία ναυτιλιακών κινήσεων, ανάλυση συναλλαγών σε blockchain, δικαστικά έγγραφα και εκτενείς συνεντεύξεις με τους εμπλεκομένους, αποκαλύπτει πώς το κυνήγι αργού πετρελαίου και κρυπτονομισμάτων εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα εταιρικά σκάνδαλα στην ιστορία της Πολωνίας.
Η υπόθεση ανοίγει ένα παράθυρο σε μια σκοτεινή γωνιά της πετρελαϊκής αγοράς, όπου άγνωστοι μεσάζοντες και ψηφιακά νομίσματα αντικαθιστούν τους συμβατικούς αγοραστές και τα παραδοσιακά συστήματα πληρωμών. Ένας κόσμος που προσφέρει στους traders τεράστια περιθώρια κέρδους, αλλά ταυτόχρονα τους εκθέτει σε εξίσου τεράστιους κινδύνους.
Η συμφωνία στο πάρτι της Formula 1
Η συνάντηση του Αουάντ με τον Τσε στο Αμπού Ντάμπι πραγματοποιήθηκε το 2023, στο περιθώριο του Grand Prix της Formula 1. Η Hannon, η εταιρεία του Τσε, είχε οργανώσει ένα πάρτι σε σκάφος με αφορμή τον αγώνα, ενώ η Orlen ήταν χορηγός μιας από τις ομάδες.
Οι δύο άνδρες είχαν συνεργαστεί και στο παρελθόν σε πετρελαϊκές συναλλαγές: ο Τσε εργαζόταν τότε για κινεζική εταιρεία και ο Αουάντ ως ανεξάρτητος trader.
Ο Αουάντ, 52 ετών τότε, γεννήθηκε στον Λίβανο σε οικογένεια Παλαιστινίων. Έζησε για ένα διάστημα στην Τύνιδα ως μέλος της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και στη συνέχεια σπούδασε Νομική στην Κρακοβία. Μπήκε στον πετρελαϊκό κλάδο μέσω εμπορικού οίκου που συμμετείχε στο πρόγραμμα του ΟΗΕ «Πετρέλαιο αντί Τροφίμων» για το Ιράκ. Αργότερα δημιούργησε επιχείρηση παροχής υπηρεσιών πετρελαίου στη Μέση Ανατολή και την Αφρική, προτού στραφεί στο εμπόριο αργού από το Ιράν και τη Βενεζουέλα.
Τον Αύγουστο του 2022, η Orlen τον διόρισε πρώτο διευθύνοντα σύμβουλο του νέου εμπορικού της βραχίονα.
Ο Τσε, μόλις 25 ετών τότε, είχε αρχίσει τη σταδιοδρομία του σε εταιρεία εμπορίας καυσίμων στο Χονγκ Κονγκ, όπου δεν υπάρχουν περιορισμοί στη διακίνηση αργού από τις συγκεκριμένες αγορές. Είχε εργαστεί και στη Βασόρα, διαχειριζόμενος συναλλαγές ιρακινού πετρελαίου, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του αφορούσε το πετρέλαιο της Βενεζουέλας.
Τον Οκτώβριο του 2023, η Ουάσιγκτον χαλάρωσε για έξι μήνες τις κυρώσεις σε βάρος του πετρελαϊκού τομέα της Βενεζουέλας, ελπίζοντας ότι ο σοσιαλιστής ηγέτης της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, θα επέτρεπε τη διεξαγωγή δημοκρατικών εκλογών.
Ωστόσο, οι αυστηροί αμερικανικοί περιορισμοί που είχαν επιβληθεί αρχικά το 2019 είχαν απομακρύνει τους αγοραστές και είχαν στραγγαλίσει τα συμβατικά κανάλια πληρωμών. Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας ήταν φθηνό, αλλά δύσκολο να αγοραστεί.
Για την PDVSA, την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας, τα κρυπτονομίσματα είχαν προσφέρει έναν τρόπο παράκαμψης των αμερικανικών κυρώσεων. Η εταιρεία απαιτούσε ολοένα συχνότερα προκαταβολές σε USDT, το ευρέως διαδεδομένο ψηφιακό νόμισμα της Tether, του οποίου η αξία είναι συνδεδεμένη με το δολάριο. Το USDT μπορούσε να μεταφέρεται μέσω δημόσιων blockchain, έξω από το συμβατικό τραπεζικό σύστημα.
Η προσωρινή χαλάρωση των κυρώσεων δεν ανέτρεψε αμέσως αυτή την πρακτική. Για τους πιο τολμηρούς traders, το εξάμηνο παράθυρο αποτελούσε ευκαιρία για μεγάλα κέρδη.
Η Orlen Trading Switzerland, γνωστή ως OTS, είχε ιδρυθεί έναν χρόνο νωρίτερα με στόχο να ενισχύσει τις παγκόσμιες εμπορικές δυνατότητες του πολωνικού ομίλου και να βοηθήσει τη χώρα να απεξαρτηθεί από το ρωσικό πετρέλαιο μετά την εισβολή του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία. Η εταιρεία διέθετε 600 εκατ. δολάρια για συναλλαγές.
Θα διακινδύνευε ένας ευρωπαϊκός, κρατικά ελεγχόμενος ενεργειακός όμιλος μεγάλο μέρος αυτών των χρημάτων για να αγοράσει πετρέλαιο από ένα κράτος-παρία, πληρώνοντας μέσω μεσάζοντα και σε ψηφιακό νόμισμα;
Ο Τσε υποστηρίζει ότι είχε ενημερώσει τον Αουάντ για την ανάγκη χρήσης USDT, παρά τη χαλάρωση των κυρώσεων, και ότι πίστευε πως ένας όμιλος όπως η Orlen θα απέρριπτε οποιαδήποτε εμπλοκή με κρυπτονομίσματα.
Πρόσωπο που γνωρίζει την εκδοχή του Αουάντ ανέφερε ότι οι διακανονισμοί πληρωμών της Hannon ήταν δική της υπόθεση και ότι καθήκον του Αουάντ ήταν να επιδιώκει τολμηρές εμπορικές συμφωνίες.
Τελικά, η OTS μπήκε στη συναλλαγή με τα δύο πόδια.
Λίγες ημέρες μετά το πάρτι στο σκάφος, στις 29 Νοεμβρίου 2023, υπέγραψε σύμβαση για την αγορά περίπου 6 εκατ. βαρελιών Merey 16, του βασικού βαρέος χαρμανιού της PDVSA, από τη Hannon του Τσε. Η αξία της συμφωνίας ανερχόταν σε 345 εκατ. δολάρια.
Η OTS υπολόγιζε ότι η συναλλαγή θα απέφερε κέρδη μεταξύ 25 και 30 εκατ. δολαρίων, σύμφωνα με πρόσωπο που γνωρίζει την εκδοχή του Αουάντ. Η Orlen δήλωσε ότι οι υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας δεν της επιτρέπουν να σχολιάσει τη σύμβαση.
Το συμβόλαιο δεν ανέφερε ούτε τα κρυπτονομίσματα ούτε τις υποτιθέμενες απαιτήσεις πληρωμής της PDVSA. Δεν κατονομάζονταν επίσης μεσάζοντες. Προέβλεπε, όμως, προκαταβολή ίση με τα δύο τρίτα της αξίας του.
Μέσα σε πέντε ημέρες, η OTS είχε εμβάσει στη Hannon 230 εκατ. δολάρια.
Και τότε άρχισαν τα προβλήματα.
Τα $230 εκατ. μπαίνουν στον λαβύρινθο των μεσαζόντων
Ο Τσε είχε ιδρύσει τη Hannon στο Ντουμπάι μόλις δυόμισι χρόνια νωρίτερα, έχοντας μόνο τρεις βασικούς υπαλλήλους. Τώρα που η εταιρεία διέθετε 230 εκατ. δολάρια της Orlen, μαζί με 15 εκατ. δολάρια δικών της κεφαλαίων, έπρεπε να εξασφαλίσει το πετρέλαιο από την PDVSA — και τα USDT με τα οποία θα το πλήρωνε.
Αρχικά στράφηκε στον 46χρονο Ιταλό Βιτονικόλα Μαριάνο, ο οποίος διοικούσε μια εταιρεία με την επωνυμία Lexcor Energy.
Ο Μαριάνο είχε διατελέσει διευθυντής ενός ιταλικού εστιατορίου στο νοτιοανατολικό Λονδίνο που έχει πλέον κλείσει, μιας εταιρείας παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών και μιας επιχείρησης που βοηθούσε στην έκδοση θεωρήσεων εισόδου για τη Ρωσία, όπου σήμερα κατοικεί.
Ο Μαριάνο δήλωσε στη Hannon ότι ήταν «εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της PDVSA» και παρουσίασε ως αποδεικτικό στοιχείο μια συμφωνία εμπιστευτικότητας με την κρατική εταιρεία πετρελαίου, σύμφωνα με έγγραφα που είδαν οι FT.
Την ίδια ημέρα κατά την οποία ο Τσε και ο Αουάντ υπέγραψαν τη δική τους συμφωνία, η Hannon υποστηρίζει ότι υπέγραψε αντίστοιχο συμβόλαιο με τη Lexcor Energy Ltd του Μαριάνο, μια εταιρεία συσταθείσα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Σε όλη την ιστορία της, η συγκεκριμένη εταιρεία κατέθετε οικονομικές καταστάσεις ανενεργού επιχείρησης. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, η Lexcor υποστήριξε ότι το συμβόλαιο είχε υπογραφεί από τη Lexcor Energy CA, μια επιχειρησιακή εταιρεία της Βενεζουέλας με δικούς της πόρους. Πρόσθεσε ότι το συμβόλαιο που φερόταν να έχει υπογράψει η βρετανική εταιρεία δεν έμοιαζε αυθεντικό — κάτι που η Hannon αμφισβητεί.
Ο Τσε άρχισε παράλληλα να αναζητεί USDT για την πληρωμή του πετρελαίου. Αρχικά χρησιμοποίησε μια εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών του Ντουμπάι με την οποία είχε συνεργαστεί στο παρελθόν. Η εταιρεία τού εξασφάλισε 80 εκατ. USDT, εισπράττοντας προμήθεια περίπου 400.000 δολαρίων.
Απέμεναν περίπου 160 εκατ. δολάρια που έπρεπε να μετατραπούν.
Στη συνέχεια απευθύνθηκε σε δύο εταιρείες, τις οποίες, σύμφωνα με τη Hannon, είχε προτείνει η Lexcor — ισχυρισμός που ο Μαριάνο αρνείται.
Η πρώτη ήταν η Horizon Global, μια νεοσύστατη εταιρεία του Ντουμπάι. Η Hannon έστειλε στη Horizon 135 εκατ. δολάρια, αλλά υποστηρίζει ότι έλαβε μόνο 85 εκατ. USDT. Η διαφορά των 50 εκατ. δολαρίων αποτελεί σήμερα αντικείμενο δικαστικής διαμάχης στο Ντουμπάι. Η Horizon αμφισβητεί την απαίτηση και δεν απάντησε στα αιτήματα για σχολιασμό.
Η δεύτερη εταιρεία ήταν η Gold Mar International Trading, επίσης νεοσύστατη στο Ντουμπάι. Ο Μαριάνο αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με την Gold Mar, όμως το όνομά του εμφανίζεται σε εταιρικά ηλεκτρονικά μηνύματα, την αυθεντικότητα των οποίων επίσης αμφισβητεί.
Τον Δεκέμβριο του 2023, η Hannon έστειλε στην Gold Mar 30 εκατ. δολάρια, προσδοκώντας ότι τα χρήματα θα μετατρέπονταν σε USDT και στη συνέχεια θα προωθούνταν «προς την PDVSA μέσω της Lexcor», προκειμένου να εξασφαλιστεί το αργό πετρέλαιο.
Τα χρήματα, όμως, δεν έφτασαν ποτέ στην PDVSA.
Μέσα σε λίγες ημέρες από το πάρτι στο σκάφος, η κατάσταση είχε ήδη αρχίσει να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.
Τρία δεξαμενόπλοια περίμεναν άδεια
Ενώ τα χρήματα της Orlen διακινούνταν μέσω Ντουμπάι, τρία υπερδεξαμενόπλοια που είχε ναυλώσει ο πολωνικός ενεργειακός όμιλος κατευθύνονταν προς τη Βενεζουέλα.
Έφτασαν στα χωρικά ύδατα της χώρας στα μέσα Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τα ναυτιλιακά στοιχεία, και αγκυροβόλησαν κοντά στον τερματικό σταθμό Χοσέ, τον βασικό κόμβο εξαγωγής αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας.
Ο Αουάντ περίμενε ότι ο Τσε θα παρέδιδε τα συμφωνημένα 6 εκατ. βαρέλια σε τρία στάδια, με τελική προθεσμία τη 19η Δεκεμβρίου.
Οι εβδομάδες, όμως, περνούσαν και η προθεσμία είχε προ πολλού εκπνεύσει. Τα τρία δεξαμενόπλοια παρέμεναν άδεια, ενώ η Orlen επιβαρυνόταν με ολοένα μεγαλύτερα έξοδα σταλιών — τις χρεώσεις που καταβάλλονται όταν ένα ναυλωμένο πλοίο κρατείται πέραν του συμφωνημένου χρόνου.
Αρχικά, η Hannon απέδωσε τις καθυστερήσεις φόρτωσης σε ανατιμολόγηση από την PDVSA. Στη συνέχεια υποστήριξε ότι η εταιρεία της Βενεζουέλας έδινε προτεραιότητα σε μεγαλύτερους αγοραστές, καθώς όλοι έσπευδαν να προλάβουν πριν κλείσει το παράθυρο χαλάρωσης των κυρώσεων.
Η υπομονή του Αουάντ και της Orlen απέναντι στη Hannon εξαντλούνταν. Και η υπομονή της Hannon απέναντι στον Μαριάνο επίσης.
Όταν πιέστηκε να δώσει πληροφορίες τον Δεκέμβριο του 2023, ο Μαριάνο ισχυρίστηκε σε μήνυμα WhatsApp προς συνεργάτη του Τσε ότι μόλις ετοίμαζε τα έγγραφα για την «Delsy» — προφανώς εννοώντας την τότε αντιπρόεδρο της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες.
Τον Ιανουάριο, με μόλις τρεις μήνες να απομένουν μέχρι τη λήξη της εξαίρεσης από τις κυρώσεις, ο Τσε αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Μαζί με έναν συνεργάτη του ταξίδεψε στη Βενεζουέλα.
Διέμειναν στο πολυτελές Cayena Hotel και στο JW Marriott του Καράκας. Μετέφεραν USB που περιείχαν τα ψηφιακά κλειδιά για τεράστια ποσά USDT και νοίκιασαν θωρακισμένο αυτοκίνητο και σωματοφύλακες, καθώς φοβούνταν ότι θα μπορούσαν να πέσουν θύματα απαγωγής.
Στο Καράκας δεν έλειπαν οι μεσίτες που ισχυρίζονταν ότι είχαν πρόσβαση στην PDVSA. Είχαν πάρει τη θέση των καθιερωμένων εταιρειών που είχαν εγκαταλείψει τη χώρα προτού χαλαρώσουν προσωρινά οι κυρώσεις.
Το δίκτυο μεσαζόντων και συναλλαγών σε κρυπτονομίσματα είχε προκαλέσει την κυβερνητική έρευνα διαφθοράς PDVSA-Cripto, η οποία έγινε δημόσια γνωστή με συλλήψεις τον Μάρτιο του 2023. Καθώς οι δύο άνδρες έφθαναν στο Καράκας, η έρευνα συγκλόνιζε την τοπική πετρελαϊκή βιομηχανία. Οι μεσάζοντες μπορούσαν να βρίσκονται εκεί τη μία ημέρα και να έχουν εξαφανιστεί την επόμενη.
$110 εκατ. σε δύο USB — και ούτε ένα βαρέλι
Στις 5 Ιανουαρίου 2024, σύμφωνα με τον Τσε, ο συνεργάτης του συνάντησε έναν άνδρα ονόματι Χοσέ Καστίγιο, από ένα πρακτορείο με την επωνυμία Synergy. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε ξενοδοχείο χτισμένο πάνω από το Καράκας, στις πλαγιές του όρους Ελ Άβιλα.
Ο Καστίγιο φέρεται να διαβεβαίωσε ότι μπορούσε να εξασφαλίσει το πετρέλαιο. Ο συνεργάτης του Τσε τού παρέδωσε τότε ένα USB που περιείχε τα ψηφιακά κλειδιά για 60 εκατ. USDT.
Για εβδομάδες, υπήρχαν ελάχιστα έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι η πληρωμή θα οδηγούσε πράγματι στην παράδοση πετρελαίου.
Στη συνέχεια, υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Βενεζουέλας έστειλε στον Αουάντ μια φωτογραφία, την οποία είδαν οι FT, από ένα φαινομενικό πρόγραμμα εξαγωγών της PDVSA για τον τερματικό σταθμό Χοσέ, που κάλυπτε τον Μάρτιο και τον Απρίλιο.
Στο πρόγραμμα εμφανίζονταν τα τρία υπερδεξαμενόπλοια της OTS — Olympic Trophy, Hili και FPMC C Melody — καθένα δίπλα σε φορτίο 1,9 εκατ. βαρελιών Merey 16.
Ο Τσε αναφέρει ότι ο συνεργάτης του συναντήθηκε ξανά με τον Καστίγιο στις 28 Ιανουαρίου, αυτή τη φορά σε ιταλικό ντελικατέσεν του Καράκας. Του παρέδωσε ακόμη ένα USB, με ψηφιακά κλειδιά για 50 εκατ. USDT.
Στο πρόγραμμα της PDVSA, όμως, δίπλα στις ημερομηνίες φόρτωσης των τριών πλοίων της Orlen υπήρχε η ένδειξη «TBN» — «θα καθοριστεί». Καμία ημερομηνία δεν οριστικοποιήθηκε ποτέ.
Πριν ακόμη φθάσει η περίοδος Μαρτίου-Απριλίου την οποία κάλυπτε το πρόγραμμα, η Hannon υποστηρίζει ότι είχε χάσει κάθε επαφή με τον Καστίγιο. Οι FT δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν για σχόλιο.
Άλλα 110 εκατ. δολάρια είχαν εξαφανιστεί.
Και πετρέλαιο εξακολουθούσε να μην υπάρχει.
Νέα προσπάθεια, νέο φιάσκο
Καθώς ο Τσε και ο Αουάντ προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν την καταστροφή της αρχικής συμφωνίας, αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους αγοράζοντας άλλους τύπους πετρελαϊκών προϊόντων που διέθετε η PDVSA.
Στόχος ήταν να μειωθεί το ποσό που όφειλε η Hannon στην OTS από την αρχική σύμβαση, σύμφωνα με εσωτερικά ηλεκτρονικά μηνύματα της OTS.
Η πρώτη προσπάθεια αφορούσε την αγορά 1 εκατ. βαρελιών ενός ελαφρύτερου χαρμανιού της PDVSA, στις 10 Ιανουαρίου. Η συναλλαγή, όμως, γύρισε μπούμερανγκ όταν η OTS διαπίστωσε ότι το αργό ήταν σοβαρά επιμολυσμένο και το απέρριψε.
Στις 26 Ιανουαρίου η OTS επιχείρησε ξανά, συμφωνώντας με τη Hannon την αγορά 1 εκατ. βαρελιών μαζούτ από τη Βενεζουέλα.
Και αυτή η συμφωνία απαιτούσε προκαταβολές σε USDT, ενώ το απόθεμα ψηφιακού νομίσματος του Τσε εξαντλούνταν.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Μαριάνο της Lexcor επέστρεψε περίπου 21 εκατ. USDT από τα κεφάλαια που είχε λάβει η Gold Mar τον Δεκέμβριο, σύμφωνα με ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε στη Hannon. Αυτό συνέβη αφού η Lexcor παραδέχθηκε τελικά ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει το πετρέλαιο που είχε υποσχεθεί.
Η Gold Mar δεν απάντησε σε αίτημα σχολιασμού για τα συγκεκριμένα σημεία. Η Lexcor δήλωσε ότι «δεν είχε γνώση» αυτών των γεγονότων.
Με τη συμφωνία για το μαζούτ υπογεγραμμένη και έχοντας και πάλι διαθέσιμα USDT, ο Τσε δοκίμασε έναν νέο μεσάζοντα στο Καράκας: έναν άνδρα ονόματι Χουάν Ροντρίγκες, από την εταιρεία Consulting Services.
Στις 25 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με τον Τσε, συνεργάτης του παρέδωσε στον Ροντρίγκες ένα USB που έδινε πρόσβαση σε 11 εκατ. USDT. Η παράδοση έγινε σε πολυτελές εστιατόριο της εύπορης συνοικίας Λας Μερσέντες του Καράκας.
Η αλλαγή κυβέρνησης και η αποκάλυψη του χάους
Δύο ημέρες αργότερα, νέα διοίκηση ανέλαβε τον έλεγχο της OTS.
Το συντηρητικό-εθνικιστικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη, το PiS, το οποίο είχε κυβερνήσει την Πολωνία επί οκτώ χρόνια, είχε ηττηθεί από τον συνασπισμό του Τουσκ, σηματοδοτώντας τη θεαματική επιστροφή του φιλοευρωπαϊκού μπλοκ στην εξουσία.
Η νέα κυβέρνηση άρχισε να αντικαθιστά τις διοικήσεις των κρατικών επιχειρήσεων. Επί PiS, επικεφαλής της Orlen ήταν ο Ντάνιελ Ομπάιτεκ, ο οποίος είχε μετατρέψει τον όμιλο στο τρίτο μεγαλύτερο διυλιστήριο της Ευρώπης.
Ο Τουσκ κατηγόρησε το PiS ότι χρησιμοποιούσε τις κρατικές επιχειρήσεις ως μηχανισμό πολιτικών εξυπηρετήσεων. Η νέα κυβέρνηση απομάκρυνε τόσο τον Ομπάιτεκ όσο και τον Αουάντ.
Ο Ομπάιτεκ υποστήριξε ότι ο διορισμός του Αουάντ είχε προηγηθεί από «την προβλεπόμενη διαδικασία και από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε εντός των δομών του ομίλου».
Ο νέος διευθύνων σύμβουλος της Orlen, Ιρενούς Φάφαρα, δήλωσε ότι εξεπλάγη από αυτό που θεώρησε ανεπαρκή εσωτερική εταιρική διακυβέρνηση, καθώς και από τον αριθμό των ανθρώπων «με πολιτικές διασυνδέσεις» που εργάζονταν στην εταιρεία.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα ήταν η συμφωνία με τη Hannon.
Στις 8 Μαρτίου, πλοίο που είχε ναυλώσει η Orlen φόρτωσε στον τερματικό σταθμό Χοσέ ποσότητα μαζούτ που αντιστοιχούσε σε περίπου 500.000 βαρέλια, σύμφωνα με τα ναυτιλιακά στοιχεία — δηλαδή το μισό από το φορτίο που αναμενόταν βάσει της σύμβασης με τη Hannon.
Την ίδια ημέρα, σύμφωνα με τον Τσε, συνεργάτης του συναντήθηκε για δεύτερη φορά με τον Ροντρίγκες και του παρέδωσε άλλο ένα USB, το οποίο περιείχε ψηφιακά κλειδιά για ακόμη 11 εκατ. USDT.
Μέχρι τις 20 Μαρτίου δεν υπήρχε κανένα ίχνος του δεύτερου μισού του φορτίου μαζούτ. Ο Τσε υποστηρίζει ότι είχε πλέον χάσει την επαφή και με τον Ροντρίγκες. Οι FT δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν για σχόλιο.
Σύμφωνα με την εκδοχή του Τσε, είχε παραδώσει 132 εκατ. δολάρια σε δύο μεσάζοντες και είχε λάβει ελάχιστα ως αντάλλαγμα.
Η εταιρεία του υποστηρίζει ότι άλλα 54 εκατ. δολάρια χάθηκαν σε προμήθειες κρυπτονομισμάτων και σε άλλες απόπειρες εξασφάλισης πετρελαίου, για τις οποίες αρνήθηκε να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Πρόσθεσε ότι δεν παρακρατήθηκε καμία προμήθεια.
Η Hannon του Τσε ανέφερε επίσης ότι οι επαφές της στη Βενεζουέλα την είχαν συμβουλεύσει να μην τηρεί αρχεία των συναλλαγών σε κρυπτονομίσματα.
Η Orlen τραβά την πρίζα
Καθώς ο Μάρτιος του 2024 πλησίαζε στο τέλος του, η αρχική συμφωνία για το βαρύ αργό παρέμενε ανεκπλήρωτη.
Η Orlen, πλέον υπό νέα διοίκηση, είχε χάσει οριστικά την υπομονή της. Στις 28 Μαρτίου, καθώς τα έξοδα σταλιών αυξάνονταν και το παράθυρο των κυρώσεων στένευε, η OTS κατήγγειλε τη σύμβαση πώλησης.
«Ελπίζουμε ότι μπορείτε να μας δώσετε άλλες πέντε ημέρες», παρακάλεσε ο Τσε με ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον νέο επικεφαλής της OTS την επόμενη ημέρα. «Ως εκ τούτου, σας ζητούμε να ανακαλέσετε τις ειδοποιήσεις καταγγελίας που μας στείλατε».
Λίγες ώρες αργότερα, συνεργάτης του Τσε έστειλε νέο μήνυμα στην OTS σχετικά με το Olympic Trophy, το οποίο ετοιμαζόταν να αναχωρήσει από τη Βενεζουέλα.
«Η αναχώρηση θα συνιστούσε παραβίαση της σύμβασης», έγραψε. «Αναμένουμε με ανυπομονησία θετικές ειδήσεις από την πλευρά σας».
Η OTS, όμως, είχε ήδη προχωρήσει παρακάτω.
Στο εσωτερικό της εταιρείας, η συναλλαγή είχε εξελιχθεί σε λογιστική και νομική κρίση. Σε εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα ενόψει συνάντησης με την KPMG στις 4 Απριλίου, ζητούνταν από τα στελέχη να αναλύσουν την προκαταβολή, τις πιθανότητες ανάκτησης των χρημάτων, το ενδεχόμενο απομείωσης και απάτης, την έκθεση σε κυρώσεις και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ελβετική νομοθεσία περί αφερεγγυότητας.
Σε μία εσωτερική καταχώριση, οι πιθανότητες ανάκτησης των χρημάτων από τη Hannon εκτιμήθηκαν σε «10%, με πιθανότητα 50%».
Τα πλοία της Orlen άρχισαν τελικά να εγκαταλείπουν τα ύδατα της Βενεζουέλας. Μόνο ένα είχε κάτι να πουλήσει: το μισογεμάτο φορτίο μαζούτ, αξίας 28,8 εκατ. δολαρίων.
Σύμφωνα με εσωτερική εκτίμηση της OTS, τα ναυτιλιακά έξοδα που συνδέονταν με τις συμβάσεις της Hannon έφθασαν τα 72 εκατ. δολάρια — ποσό μεγαλύτερο από τα κέρδη που περίμενε ποτέ να αποκομίσει η εταιρεία από την αρχική συμφωνία για το Merey 16.
Η πολωνική κυβέρνηση υπολόγισε ότι η Orlen έχασε τουλάχιστον 1,6 δισ. ζλότι, περίπου 424 εκατ. δολάρια. Στο ποσό περιλαμβάνονται ναυτιλιακά, νομικά και άλλα έξοδα που η κυβέρνηση αποδίδει στην κακοδιαχείριση.
Δύο χρόνια μετά, τα $230 εκατ. εξακολουθούν να αγνοούνται
Περισσότερα από δύο χρόνια αργότερα, η Orlen εξακολουθεί να προσπαθεί να ανακτήσει τα 230 εκατ. δολάρια που είχε προκαταβάλει στη Hannon του Τσε.
Η διαφορά βρίσκεται σε διαιτησία, αλλά η Hannon υποστηρίζει ότι δεν διαθέτει ούτε κατά διάνοια αυτά τα κεφάλαια.
«Η Hannon έχει συμμετάσχει σε όλα τα στάδια της διαιτησίας και θα συνεχίσει να το πράττει», δήλωσε ο Ντέιβιντ ΜακΚόι της ADG Legal στο Αμπού Ντάμπι, δικηγόρος της εταιρείας. «Η Hannon παραμένει ανοικτή σε έναν εποικοδομητικό διάλογο με την Orlen, προκειμένου το ζήτημα να επιλυθεί φιλικά».
Στον πυρήνα της διαμάχης βρίσκονται δύο ριζικά διαφορετικές εκδοχές για τον ρόλο που είχε ανατεθεί στη Hannon.
Η Hannon υποστηρίζει ότι λειτουργούσε ως ενδιάμεσο όχημα, αγοράζοντας πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα με USDT, επειδή η Orlen δεν επέτρεπε στην OTS να το κάνει απευθείας.
Πρόσωπο που γνωρίζει την εκδοχή του Αουάντ δήλωσε ότι εκείνος δεν είχε κανέναν έλεγχο στους προμηθευτές ή στις συναλλαγές κρυπτονομισμάτων της Hannon.
Η νέα διοίκηση της Orlen και της OTS είναι πολύ πιο κατηγορηματική. Υποστηρίζει ότι η Hannon δεν προσλήφθηκε ποτέ ως μεσάζοντας. Η συμβατική της υποχρέωση ήταν απλώς να παραδώσει το πετρέλαιο και οποιαδήποτε χρήση τρίτων μερών «δεν περιορίζει τις υποχρεώσεις της έναντι της OTS βάσει της σύμβασης πώλησης».
Την ίδια ώρα, οι εισαγγελικές αρχές της Βαρσοβίας διερευνούν πρώην στελέχη της Orlen για την υποτιθέμενη «ανεπαρκή εποπτεία» της χρηματοδοτικής διευκόλυνσης ταμειακής συγκέντρωσης ύψους 600 εκατ. δολαρίων, από την οποία χρηματοδοτούνταν οι συναλλαγές της OTS.
Ο Ομπάιτεκ αρνείται ότι φέρει προσωπική ευθύνη για τις συναλλαγές της OTS. Υποστηρίζει ότι το διοικητικό συμβούλιο της Orlen ενεργούσε συλλογικά και είχε εγκρίνει την πρόσβαση της OTS σε μια δεξαμενή κεφαλαίων — όχι τις επιμέρους εμπορικές συμφωνίες.
Σήμερα είναι ευρωβουλευτής του PiS. Δήλωσε ότι του έχει ζητηθεί να μη σχολιάσει περαιτέρω, λόγω των συνεχιζόμενων ποινικών διαδικασιών στο πλαίσιο των οποίων «εξετάστηκε αρκετές φορές», χωρίς ωστόσο να του έχουν απαγγελθεί κατηγορίες.
Οι κατηγορίες σε βάρος του Αουάντ και πρώην συναδέλφων του στην OTS, τις οποίες οι ίδιοι αρνούνται, δεν έχουν ακόμη κριθεί σε δίκη.
Ο Αουάντ συνελήφθη στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα τον Ιανουάριο του 2025, έπειτα από σήμα της Interpol. Τα δικαστήρια των Εμιράτων, όμως, απέρριψαν το αίτημα έκδοσής του στην Πολωνία και αφέθηκε ελεύθερος.
Πρόσωπο που γνωρίζει την εκδοχή του Αουάντ υποστήριξε ότι η μερική φόρτωση του μαζούτ αποδείκνυε πως η Hannon μπορούσε να εξασφαλίσει προϊόντα από την PDVSA και ότι, εάν της δινόταν περισσότερος χρόνος, θα μπορούσε να είχε φορτωθεί και το Merey 16.
Την ίδια θέση διατυπώνει και η Hannon.
Η Orlen απαντά ότι η Hannon είχε στη διάθεσή της τέσσερις μήνες, έχασε κάθε συμφωνημένη προθεσμία παράδοσης και δεν είχε καμία ρεαλιστική πιθανότητα να ολοκληρώσει τη συναλλαγή προτού κλείσει το παράθυρο χαλάρωσης των κυρώσεων.
Στις 15 Απριλίου 2024, αφού η Orlen είχε καταγγείλει τη σύμβαση με τη Hannon, ένα από τα πλοία που είχε προηγουμένως ναυλώσει φόρτωσε βαρύ αργό στον τερματικό σταθμό Χοσέ.
Το υπερδεξαμενόπλοιο και το πετρέλαιο που μετέφερε είχαν προορισμό το διυλιστήριο της Reliance Industries στο Γκουτζαράτ, μία από τις μεγαλύτερες μονάδες επεξεργασίας πετρελαίου στον κόσμο.
Κάποιος άλλος, με καλύτερες διασυνδέσεις, είχε τελικά καταφέρει αυτό που δεν μπόρεσαν να κάνουν ο Αουάντ και ο Τσε.
Και, τελικά, υπήρχε περισσότερος χρόνος.
Δύο ημέρες αργότερα, λίγες ώρες προτού λήξει η περίοδος χαλάρωσης των κυρώσεων, η Ουάσιγκτον έδωσε στους traders επιπλέον 45 ημέρες για να ολοκληρώσουν τις συμφωνίες τους για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας.