Νέα εστία πίεσης για τις οικονομίες δημιουργεί η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, του ντίζελ και του φυσικού αερίου, επαναφέροντας στο προσκήνιο τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού.
Οι ενεργειακές αγορές στέλνουν increasingly ισχυρότερα προειδοποιητικά σήματα, καθώς οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία περιορίζουν τις διαθέσιμες ποσότητες πετρελαίου και καυσίμων. Την ίδια ώρα, η είσοδος στη χειμερινή περίοδο ενισχύει τις ανησυχίες για περαιτέρω άνοδο του κόστους ενέργειας.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, οι πιέσεις δεν περιορίζονται πλέον στην αγορά αργού. Ιδιαίτερα έντονη είναι η άνοδος στις τιμές του ντίζελ και του φυσικού αερίου, δύο βασικών ενεργειακών προϊόντων με άμεσες επιπτώσεις στις μεταφορές, τη βιομηχανία και τη θέρμανση. Η εξέλιξη υποχρεώνει κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες να επανεξετάσουν τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών συγκρούσεων στην οικονομία.
Ντίζελ σε επίπεδα-ρεκόρ
Το Brent έχει ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, ωστόσο μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η αγορά των διυλισμένων προϊόντων.
Σύμφωνα με το Bloomberg, τα συμβόλαια ντίζελ σε ορισμένες αγορές έχουν ξεπεράσει τα 200 δολάρια το βαρέλι, ενώ μαζί με τους φόρους το κόστος για ορισμένους καταναλωτές υπερβαίνει τα 300 δολάρια.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA). Στην έκθεση του Σεπτεμβρίου επισημαίνει ότι οι τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ ξεπέρασαν στις αρχές του μήνα τα 200 δολάρια το βαρέλι, ενώ υψηλές παραμένουν οι τιμές και στις ευρωπαϊκές και ασιατικές αγορές. Παράλληλα, τα περιθώρια διύλισης στον Ατλαντικό έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα-ρεκόρ.
Βασικός παράγοντας είναι οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές. Τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει τις εξαγωγές ντίζελ από τη Ρωσία, ενώ οι εγκαταστάσεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις επιθέσεις που ακολούθησαν την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Στο μικροσκόπιο το φυσικό αέριο
Αυξημένη είναι η ανησυχία και στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου. Οι τιμές έχουν ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα από τα τέλη του 2022, ενώ τα αποθέματα παραμένουν χαμηλότερα από τα συνήθη για την εποχή, ενισχύοντας την αβεβαιότητα ενόψει του χειμώνα.
Σύμφωνα με το Bloomberg, τράπεζες και αναλυτές εκτιμούν ότι οι αυξημένες ανάγκες της Ευρώπης για νέες αγορές φυσικού αερίου θα μπορούσαν να οδηγήσουν τις τιμές πάνω από τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, περίπου 25% υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα.
Οι επιπτώσεις μεταφέρονται ήδη στη βιομηχανία. Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, εκτελεστικός πρόεδρος της Metlen, έχει προειδοποιήσει ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας έχουν φτάσει σε επίπεδα που ενδέχεται να καταστήσουν αδύνατη την παραγωγή αλουμινίου για επιχειρήσεις που δεν έχουν επαρκώς προετοιμαστεί.
Η ενεργειακή κρίση επαναφέρει το δίλημμα των κεντρικών τραπεζών
Η άνοδος του ενεργειακού κόστους επηρεάζει πλέον άμεσα και τη νομισματική πολιτική.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει αναφερθεί στα αυξημένα περιθώρια διύλισης και στις τιμές των υγρών καυσίμων ως παράγοντες που ενισχύουν τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ανάλογη είναι η εικόνα στη Βρετανία, όπου ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντριου Μπέιλι, επισήμανε ότι τα υψηλότερα περιθώρια διύλισης μετακυλίονται στις τελικές τιμές.
Οι αγορές, σύμφωνα με το Bloomberg, προεξοφλούν πλέον δύο αυξήσεις επιτοκίων έως τον Φεβρουάριο, καθώς οι κεντρικές τράπεζες καλούνται να αντιμετωπίσουν εκ νέου τον πληθωρισμό.
Η Λαγκάρντ έχει χαρακτηρίσει το ντίζελ ακόμη ένα σημαντικό «σημείο συμφόρησης» για την οικονομία, λόγω της ευρείας χρήσης του στις μεταφορές και την επιχειρηματική δραστηριότητα.
Μειώνονται τα ενεργειακά «μαξιλάρια ασφαλείας»
Την ίδια στιγμή, περιορίζονται τα διαθέσιμα περιθώρια ασφαλείας στις διεθνείς αγορές πετρελαίου.
Τα στρατηγικά αποθέματα μειώνονται, η Κίνα ενισχύει τις αγορές της, ενώ τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου έχουν υποχωρήσει σημαντικά.
Ο IEA εκτιμά ότι τα παγκόσμια αποθέματα μειώθηκαν κατά επιπλέον 95 εκατ. βαρέλια τον Αύγουστο, ανεβάζοντας τη συνολική μείωση από την έναρξη του πολέμου στα 507 εκατ. βαρέλια. Παράλληλα, το παγκόσμιο σύστημα διύλισης λειτουργεί κοντά στα όριά του.
Ο Οργανισμός προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα μειωθεί κατά 2,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2026, ενώ η παγκόσμια προσφορά αναμένεται να υποχωρήσει κατά 5,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Ο κίνδυνος νέων ανατιμήσεων
Το κρίσιμο ερώτημα για τις αγορές είναι πλέον αν οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία θα συνεχιστούν χωρίς ουσιαστική αποκλιμάκωση και τους επόμενους μήνες.
Η παρατεταμένη γεωπολιτική αβεβαιότητα θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη στενότητα στις αγορές πετρελαίου και καυσίμων, διατηρώντας υψηλές τις τιμές και αυξάνοντας το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Οι κυβερνήσεις ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με νέες πιέσεις για τη λήψη μέτρων στήριξης των καταναλωτών, την ώρα που οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να ισορροπήσουν ανάμεσα στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού και την προστασία της οικονομικής δραστηριότητας.
«Υπάρχουν πολλές ανησυχίες ότι οι τιμές θα αυξηθούν περαιτέρω», δήλωσε στο Bloomberg η Anne-Sophie Corbeau του Center on Global Energy Policy του Columbia University, εκτιμώντας ότι είναι πιθανό να ενταθούν οι πιέσεις προς τις κυβερνήσεις για παρεμβάσεις με στόχο την προστασία των καταναλωτών.