Στο υψηλότερο επίπεδο από τον Δεκέμβριο του 2022 εκτινάχθηκε το φυσικό αέριο στην Ευρώπη, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή περιορίζει τις ροές LNG και εντείνει την ανησυχία για την επάρκεια ενόψει χειμώνα. Την ίδια ώρα, το πετρέλαιο παραμένει πάνω από τα 114 δολάρια το βαρέλι, διατηρώντας ισχυρές πιέσεις στην αγορά καυσίμων.
Το συμβόλαιο επόμενου μήνα του ολλανδικού TTF άγγιξε στιγμιαία τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, για πρώτη φορά μετά το τέλος του 2022. Η τιμή κινείται περίπου στο τριπλάσιο των επιπέδων πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν. Η άνοδος συνδέεται με τις διαταραχές στις μεταφορές LNG από τη Μέση Ανατολή και τον ανταγωνισμό Ευρώπης και Ασίας για τα διαθέσιμα φορτία.
Η εικόνα των αποθηκών ενισχύει την ανησυχία. Τα ευρωπαϊκά αποθέματα είναι γεμάτα περίπου κατά 75%, έναντι 83% την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι, ενώ στη Γερμανία το ποσοστό βρίσκεται κοντά στο 60%. Παράλληλα, οι εισαγωγές LNG ήταν μειωμένες κατά 30% σε ετήσια βάση την εβδομάδα έως τις 9 Οκτωβρίου. Η Ευρώπη μπαίνει έτσι στην περίοδο υψηλής ζήτησης με χαμηλότερα αποθέματα και μεγαλύτερη εξάρτηση από φορτία που διεκδικούν και άλλες αγορές.
Στην αγορά πετρελαίου, το Brent διαμορφωνόταν στα 114,50 δολάρια το βαρέλι στις πρωινές συναλλαγές της Πέμπτης, έχοντας υποχωρήσει κατά περίπου 0,7%. Η πτώση ήρθε μετά την άνοδο της προηγούμενης ημέρας, καθώς οι προσδοκίες για επανέναρξη διπλωματικών επαφών με το Ιράν περιόρισαν προσωρινά τις ανησυχίες για την προσφορά. Ωστόσο, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και οι δυσκολίες στις θαλάσσιες μεταφορές κρατούν το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου ψηλά.
Η πίεση στα καύσιμα δεν αφορά μόνο την τιμή του αργού. Οι ζημιές σε διυλιστήρια στη Μέση Ανατολή και στη Ρωσία, μαζί με τα προβλήματα στις μεταφορές, περιορίζουν τη διαθεσιμότητα προϊόντων όπως το ντίζελ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε συνομιλίες με τον κλάδο διύλισης για τρόπους αύξησης της παραγωγής, μεταξύ των οποίων εξετάζεται και πιθανή χαλάρωση ορισμένων τεχνικών προδιαγραφών. Στόχος είναι να αξιοποιηθεί περισσότερο η ευρωπαϊκή δυναμικότητα και να ενισχυθεί η προσφορά καυσίμων.
Οι υπουργοί Ενέργειας της ΕΕ συζητούν παράλληλα παρεμβάσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, με αλλαγές στη φορολόγηση και στις χρεώσεις δικτύου. Μεταξύ των κατευθύνσεων που εξετάζονται είναι το ρεύμα να φορολογείται ευνοϊκότερα από το φυσικό αέριο, καθώς και η καλύτερη αξιοποίηση των δικτύων ώστε να περιοριστεί το σχετικό κόστος. Πρόκειται για συζήτηση με ευρωπαϊκό και εθνικό σκέλος: η πρόταση της Κομισιόν δεν ορίζει ενιαίο ύψος φόρων, αλλά θέτει πλαίσιο που θα πρέπει να εφαρμοστεί μέσα από τις εθνικές πολιτικές.
Για την Ελλάδα, η άνοδος του TTF μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος προμήθειας αερίου και σε πιθανή επιβάρυνση της ηλεκτροπαραγωγής. Όταν οι μονάδες φυσικού αερίου καθορίζουν την τιμή στην αγορά ηλεκτρισμού, η ακριβότερη πρώτη ύλη μπορεί να περάσει στη χονδρεμπορική τιμή και, με διαφορετικό χρόνο και τρόπο, στους λογαριασμούς. Η επίδραση δεν είναι αυτόματη ή ίδια για όλους τους καταναλωτές, καθώς μεσολαβούν τα συμβόλαια, η σύνθεση της παραγωγής και οι εθνικές παρεμβάσεις.
Το νέο επεισόδιο ανατιμήσεων επαναφέρει, λοιπόν, δύο πιεστικά ζητήματα για την Ευρώπη: αν θα επαρκέσουν οι διαθέσιμες ποσότητες για τον χειμώνα και πόσο από το κόστος θα μετακυλιστεί σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η Κομισιόν επιχειρεί να απαντήσει ταυτόχρονα στην πλευρά της προσφοράς, με περισσότερη παραγωγή διυλιστηρίων, και στην πλευρά των λογαριασμών, με παρεμβάσεις σε φόρους και χρεώσεις. Το αν αυτές οι κινήσεις θα αποδειχθούν αρκετές θα εξαρτηθεί κυρίως από την πορεία των συγκρούσεων, τις ροές LNG και τη διάρκεια των υψηλών τιμών.