Είναι ωραία η ανεμελιά της αντιπολίτευσης για την τιμή του ρεύματος. Λιγότερο γοητευτική, αλλά περισσότερο ρεαλιστική, η απότομη κινητοποίηση της κυβέρνησης να μειώσει σε βάθος τριετίας κατά 30% την μέση τιμή. Το πρόβλημα είναι ότι με την ενεργειακή κρίση, την ευρωπαϊκή ατολμία και τις εγχώριες καθυστερήσεις, η μέση τιμή της λιανικής για τα νοικοκυριά έχει αυξηθεί σήμερα κατά 50% έναντι του 2019. Άρα εδώ έχουμε ένα πρόβλημα σημαντικό, που αφορά τον οικιακό καταναλωτή, αλλά και τον φούρναρη και τον βιοτέχνη. Δεν κάνει πιο εύπεπτη την αύξηση του 50%, η κυβερνητική παρατήρηση, ότι κινείται στα επίπεδα του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Το πρόβλημα είναι ότι η κατάσταση, άρα και η λύση, είναι πολύ πιο σύνθετη από μια απλή εντολή, σαν αυτή που προτείνει η αντιπολίτευση, σε μια εταιρεία που θα μειώσει την τιμή κατά 20 ή 30% σε έναν χρόνο. Μαγικές λύσεις γενικώς δεν υπάρχουν, ειδικά για κάτι τόσο σύνθετο όσο η αγορά ενέργειας. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι στην κορυφή των προβλημάτων υπάρχει ένας πολύπλοκος λογαριασμός ρεύματος φορτωμένος με κάθε λογής κρυφές ή φανερές χρεώσεις, οι οποίοι όλες έχουν φουσκώσει τα τελευταία χρόνια. Όλα αυτά χωρίς να υπολογίζονται οι παντελώς άσχετοι με το ρεύμα φόροι, της αυτοδιοίκησης και της ΕΡΤ.
Η χώρα, όμως, έχει κάνει μια τεράστια επένδυση στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Πολλά δισεκατομμύρια ευρώ κυρίως ιδιωτικών επενδύσεων έγιναν τα τελευταία χρόνια. Για διάφορους λόγους και κυρίως λόγω της καθυστέρησης στην αποθήκευση, μόνο εν μέρει την χρησιμοποιούμε. Τώρα τρέχουμε, αλλά θα πάρει χρόνο για να συμπληρωθεί το παζλ της φτηνής ενέργειας από πλευράς παραγωγής. Από πλευράς διασυνδέσεων εδώ η μεγάλη δουλειά έχει γίνει και άλλα 7 δις είναι έτοιμα να επενδυθούν το επόμενο διάστημα, ανοίγοντας τον δρόμο για ακόμα μεγαλύτερη μείωση των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας, που εξισορροπούν τις χρεώσεις μεταξύ της ηπειρωτικής και της μη διασυνδεδεμένης νησιωτικής Ελλάδας. Πάνω από 1,2 δις. πληρώνουμε μέσω των λογαριασμών μας ετησίως, μόνο για τις ΥΚΩ. Αν προσθέσουμε και τις ρευματοκλοπές που ξεπερνούν τα 450 εκ. ευρώ το χρόνο και τα 3 δις. των ληξιπρόθεσμων, οι λογαριασμοί μας επιβαρύνονται με ένα δυσθεώρητο βάρος που δεν έχει καμία σχέση με την διακύμανση της τιμής της ενέργειας. Δυσανάλογο της δικής μας κατανάλωσης. Πληρώνουμε δηλαδή έναν ιδιότυπο ενεργειακό «φόρο» για τα «φέσια», τις χρόνιες στρεβλώσεις του συστήματος, αλλά και για τις καθυστερήσεις στην ανάπτυξη της αποθήκευσης. Και αυτός ο λογαριασμός δεν μειώνεται ούτε με συνθήματα ούτε με διοικητικές εντολές, αλλά μόνο ξηλώνοντας όλα όσα τον κρατούν ακριβό.