Μια απρόσμενα ισχυρή στήριξη στην ελληνική οικονομία πρόσφερε στο β’ τρίμηνο του 2026 η τρέχουσα κρίση. Οι ανατροπές στην παγκόσμια αγορά ενέργειας και οι διαταραχές στη λειτουργία των διυλιστηρίων της Μέσης Ανατολής αλλά κυρίως αυτών της Ρωσίας δημιούργησαν μια πρόσθετη ζήτηση για ελληνικά προϊόντα διύλισης, με αποτέλεσμα οι εξαγωγές πετρελαίου να εκτοξευθούν και το εμπορικό έλλειμμα να περιοριστεί αισθητά.
Όπως σωστά παρατηρεί το τμήμα Οικονομικών Αναλύσεων της Eurobank, η Ελλάδα καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, κατάφερε παρά την απότομη άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας, όχι μόνο να μην αυξήσει το εμπορικό έλλειμμα της χώρας, αλλά περιορίσει το έλλειμμα στα 321 εκατ. ευρώ από 1,148 δις. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα. Το μείωσε σχεδόν κατά 72%, διπλασιάζοντας την αξία των εξαγωγών καυσίμων, σημάδι αν μη τι άλλο ότι διαθέτουμε ως χώρα μια ισχυρή βιομηχανία διύλισης με έντονη εξαγωγική δραστηριότητα ακόμα και σε περιόδους κρίσης. Ακόμα και όταν άλλες χώρες δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν στην ζήτηση.
Το επίτευγμα δεν είναι μικρό και συμβάλει σημαντικά στην αύξηση του ΑΕΠ β’ τριμήνου, καθώς ως γνωστόν οι εξαγωγές αποτελούν συντελεστή μεγέθυνσής του, ενώ οι εισαγωγές το συρρικνώνουν. Η εκτίμηση μάλιστα είναι ότι η συμβολή των εξαγωγών στο ΑΕΠ β’ τριμήνου ενδέχεται να είναι η υπερδιπλάσια του πρώτου. Τότε οι καθαρές εξαγωγές είχαν συνεισφέρει μια ποσοστιαία μονάδα στην άνοδο του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 4,6%, τώρα υπολογίζεται ότι η συνεισφορά των εξαγωγών θα φτάσει τις 2,2 μονάδες.
Εάν επιβεβαιωθεί η εκτίμηση από τα επίσημα στοιχεία θα πρόκειται για μια ουσιαστική μεταβολή στην σύνθεση της ανάπτυξης.
Υπάρχει βεβαίως μια εμφανής οικονομική ειρωνεία. Η ίδια ενεργειακή κρίση που ανεβάζει το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, πιέζει τον πληθωρισμό και δημιουργεί πρόσθετες δημοσιονομικές απαιτήσεις, ενισχύει ταυτόχρονα ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής βιομηχανίας και μέσω αυτού τις συνολικές εξαγωγές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα βγαίνει κερδισμένη από την άνοδο των ενεργειακών τιμών. Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας εξακολουθεί να είναι ευάλωτη σε μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σημαίνει όμως ότι η ελληνική οικονομία του 2026 διαθέτει περισσότερους μηχανισμούς άμυνας από όσους είχε στο παρελθόν. Η μεγάλη δυναμικότητα διύλισης, η εξαγωγική δραστηριότητα των ενεργειακών ομίλων, η αυξανόμενη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και η δυνατότητα εξαγωγών ηλεκτρισμού δημιουργούν ένα διαφορετικό ενεργειακό αποτύπωμα. Δεν εξαφανίζουν την εξάρτηση από τις εισαγωγές, αλλά περιορίζουν σε ορισμένες περιόδους τις μακροοικονομικές συνέπειές της..