Υπήρχε μια εποχή στην Ελλάδα που η οικονομία, οι επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά και η ίδια η κυβέρνηση περίμεναν με κομμένη την ανάσα την απόφαση της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ. Όχι για το αν θα πέσει η τιμή του ρεύματος. Αλλά για το αν θα υπάρχει ρεύμα.
Ήταν η εποχή που μια συνδικαλιστική ηγεσία μπορούσε να κρατά όμηρο μια ολόκληρη χώρα. Να χρησιμοποιεί ένα δημόσιο αγαθό ως μέσο πίεσης. Να μετατρέπει το ηλεκτρικό σύστημα σε εργαλείο διαπραγμάτευσης.
Όσοι πίστευαν ότι αυτές οι εικόνες ανήκουν οριστικά στο παρελθόν, ας κοιτάξουν σήμερα την Κύπρο.
Οι συντεχνίες (συνδικαλιστές) της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) προειδοποιούν ότι, αν δεν γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, θα περιορίσουν τη διαθεσιμότητα μονάδων παραγωγής, δεν θα πραγματοποιούν εκκινήσεις και σβέσεις μονάδων και, σε περίπτωση βλάβης, δεν θα διασφαλίζεται η αντικατάστασή τους. Ο ίδιος ο Διαχειριστής Συστήματος Μεταφοράς προειδοποίησε ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, θα απαιτηθούν εκ περιτροπής διακοπές ηλεκτροδότησης και μάλιστα μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού, όταν η ζήτηση κορυφώνεται. Μετά από παρέμβαση της κυβέρνησης τα μέτρα ανεστάλησαν προσωρινά για 15 ημέρες, όμως η απειλή παραμένει.
Αυτό ακριβώς πλήρωσε επί δεκαετίες και η Ελλάδα.
Οι συνδικαλιστές της ΔΕΗ λειτουργούσαν ως κράτος μέσα στο κράτος. Κυβερνήσεις άλλαζαν, διοικήσεις έρχονταν και έφευγαν, αλλά όλοι γνώριζαν ότι χωρίς τη συναίνεση της ΓΕΝΟΠ τίποτε δεν προχωρούσε εύκολα. Μεταρρυθμίσεις πάγωναν, αποκρατικοποιήσεις καθυστερούσαν, επενδύσεις ακυρώνονταν και η αγορά ηλεκτρισμού έμενε εγκλωβισμένη σε ένα καθεστώς διαρκούς ομηρίας.
Χρειάστηκαν χρόνια για να σπάσει αυτή η εξάρτηση. Με κόστος, συγκρούσεις και πολιτικό κεφάλαιο, μέχρι να φτάσουμε και να αποκτήσουμε μια ώριμη αγορά ηλεκτρισμού και μια κραταιή και κερδοφόρα ΔΕΗ που δεν θα λειτουργεί ως μαγαζάκι κανενός..