Στην επιτάχυνση της ανάπτυξης των δικτύων διανομής φυσικού αερίου, στην πλήρη ψηφιοποίηση των υποδομών και στην προετοιμασία τους για τη διανομή ανανεώσιμων αερίων εστιάζει το νέο Στρατηγικό Σχέδιο 2026-2032 του Ομίλου Italgas για την Ελλάδα, το οποίο προβλέπει επενδύσεις ύψους 1 δισ. ευρώ μέσω της Enaon.
Το επενδυτικό πρόγραμμα φιλοδοξεί να μετατρέψει το ελληνικό δίκτυο σε μία από τις πλέον σύγχρονες υποδομές διανομής φυσικού αερίου στην Ευρώπη, με πλήρη ψηφιακή παρακολούθηση, αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης και δυνατότητα διανομής βιομεθανίου και, στο μέλλον, υδρογόνου.
Το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων, συνολικά 644 εκατ. ευρώ, αφορά την ανάπτυξη των δικτύων διανομής. Προβλέπεται η κατασκευή περισσότερων από 2.700 χιλιομέτρων νέου δικτύου έως το 2032, αυξάνοντας το συνολικό μήκος του από περίπου 8.700 χλμ. σε πάνω από 11.400 χλμ., ενώ οι ενεργοί καταναλωτές θα ξεπεράσουν το 1 εκατομμύριο.
Έργα σε έξι Περιφέρειες και επέκταση σε 29 πόλεις
Παράλληλα, βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη έργα συνολικού ύψους 247 εκατ. ευρώ, συγχρηματοδοτούμενα από ίδιους πόρους της εταιρείας, το ΕΣΠΑ και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, σε έξι Περιφέρειες της χώρας. Τα έργα αφορούν την Κεντρική Ελλάδα, την Κεντρική Μακεδονία, την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, τη Δυτική Ελλάδα, την Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία και επεκτείνουν το δίκτυο διανομής σε 29 πόλεις.
Εντός του 2026 προγραμματίζεται η λειτουργία των δικτύων στα Ιωάννινα (πόλη και ΒΙΠΕ), στην Πάτρα, την Πρέβεζα και τον Πύργο, ενώ στις αρχές του 2027 θα ακολουθήσουν το Αγρίνιο, η Άρτα και η Ηγουμενίτσα.
Ψηφιοποίηση με DANA και τεχνητή νοημοσύνη
Κεντρικός άξονας του σχεδίου αποτελεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός του δικτύου, με επενδύσεις περίπου 100 εκατ. ευρώ. Έως το τέλος του 2026 το σύνολο του δικτύου της Enaon θα λειτουργεί μέσω της πλατφόρμας DANA, επιτρέποντας απομακρυσμένη παρακολούθηση και διαχείριση σε πραγματικό χρόνο από το Κέντρο Ελέγχου της Αθήνας.
Παράλληλα, ο όμιλος μεταφέρει στην Ελλάδα εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης που χρησιμοποιούνται ήδη στα δίκτυα της Ιταλίας, με στόχο τη βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας, της ασφάλειας και της προληπτικής συντήρησης.
Σημαντικό μέρος του σχεδίου αποτελεί και η αντικατάσταση όλων των συμβατικών μετρητών με περίπου 1 εκατ. έξυπνους μετρητές Nimbus έως το 2030. Οι νέες συσκευές είναι συμβατές με βιομεθάνιο και μείγματα υδρογόνου, διαθέτουν σεισμικό αισθητήρα και παρέχουν συνεχή παρακολούθηση κρίσιμων παραμέτρων του δικτύου.
Βιομεθάνιο και ενεργειακή μετάβαση
Η Enaon τοποθετεί το βιομεθάνιο στο επίκεντρο της στρατηγικής της για την απανθρακοποίηση. Το σχέδιο προβλέπει τη σύνδεση έως και 59 μονάδων παραγωγής βιομεθανίου έως το 2032, ενώ συνεχίζεται η προετοιμασία του δικτύου ώστε να μπορεί να υποδεχθεί και μείγματα υδρογόνου.
Παράλληλα, σχεδιάζεται η ανάπτυξη 19 νέων σταθμών LNG, κυρίως για την τροφοδοσία απομακρυσμένων περιοχών και την αντικατάσταση παλαιότερων εγκαταστάσεων CNG.
Gallo: «Η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να γίνει ενεργειακή εξέλιξη»
Ο διευθύνων σύμβουλος της Italgas, Paolo Gallo, υποστήριξε ότι η αυξανόμενη ζήτηση ενέργειας, η ανάπτυξη των data centers και οι γεωπολιτικές εξελίξεις καθιστούν αναγκαία πιο ανθεκτικά ενεργειακά συστήματα.
«Με την Enaon αναπτύσσουμε δίκτυα διανομής στην Ελλάδα για το μέλλον: πλήρως ψηφιοποιημένα, με παρακολούθηση και διαχείριση σε πραγματικό χρόνο μέσω του Κέντρου Ελέγχου της Αθήνας. Η πλατφόρμα DANA και οι H2-ready έξυπνοι μετρητές θα επιτρέψουν την ταχεία ενσωμάτωση ανανεώσιμων αερίων», ανέφερε.
Όπως σημείωσε, η αναβάθμιση των υφιστάμενων δικτύων και η αξιοποίηση βιομεθανίου και υδρογόνου αποτελούν βασική προϋπόθεση για μια ασφαλή και οικονομικά βιώσιμη ενεργειακή μετάβαση.
Amoroso: Σημαντική αύξηση της ζήτησης από τη βιομηχανία
Από την πλευρά του, ο διευθύνων σύμβουλος της Enaon, Gianfranco Amoroso, ανέφερε ότι η ζήτηση φυσικού αερίου στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 17% τα τελευταία χρόνια, ενώ η ζήτηση μέσω των δικτύων διανομής αναμένεται να ενισχυθεί κατά 50%.
Σύμφωνα με τον ίδιο, έως το τέλος του στρατηγικού σχεδίου προβλέπεται η σύνδεση 247 βιομηχανικών μονάδων, 425 μεγάλων εμπορικών καταναλωτών και περίπου 129.000 νέων ενεργών παροχών, εξέλιξη που εκτιμάται ότι θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας και θα επιταχύνει τη διείσδυση καθαρότερων καυσίμων στην οικονομία