Έως και τα 4,16 δισ. δολάρια ενδέχεται να φτάσουν οι δαπάνες της Ανγκόλας για επιδοτήσεις καυσίμων το 2026, σχεδόν διπλάσιες από τις αρχικές εκτιμήσεις, καθώς η άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας αυξάνει το κόστος συγκράτησης των εγχώριων τιμών.
Σύμφωνα με τον υφυπουργό Οικονομικών και Δημοσίου Ταμείου της χώρας, Ότονιελ ντος Σάντος, οι σχετικές δαπάνες μπορεί να ανέλθουν σε 3,8 τρισ. κουάνζα, έναντι λιγότερων από 2 τρισ. κουάνζα που είχαν προβλεφθεί αρχικά. Η εξέλιξη επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά της πετρελαιοπαραγωγού χώρας, εν μέσω της ανόδου των τιμών που συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Η αυξανόμενη δημοσιονομική επιβάρυνση ενισχύει την πίεση προς την κυβέρνηση να επιταχύνει τη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων, η οποία ξεκίνησε το 2023. Ωστόσο, οι αρχές φοβούνται ότι μια απότομη απόσυρσή τους θα προκαλούσε σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
«Πρέπει να προχωρήσουμε όχι μόνο στην κατάργηση των επιδοτήσεων, αλλά και στη διαφοροποίηση της οικονομίας μας», δήλωσε ο ντος Σάντος στο Reuters, στο περιθώριο των ετήσιων συνόδων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Μπανγκόκ. Όπως ανέφερε, η διαδικασία εξελίσσεται σταδιακά, αλλά θα μπορούσε να επιταχυνθεί εάν οι επιπτώσεις στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά αποδειχθούν μικρότερες από τις αναμενόμενες.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι η τιμή του πετρελαίου θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο κοντά στα 90 δολάρια το βαρέλι έως το τέλος του 2026, έναντι 61 δολαρίων που είχε χρησιμοποιηθεί ως τιμή αναφοράς στον φετινό προϋπολογισμό. Για το 2027, η σχετική παραδοχή αναμένεται να βρίσκεται κοντά στην πρόβλεψη του ΔΝΤ για 71,50 δολάρια το βαρέλι.
Παράλληλα, η Ανγκόλα επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις πηγές χρηματοδότησής της. Η έκδοση ευρωομολόγων ύψους 4 δισ. δολαρίων και άλλες πράξεις διαχείρισης χρέους έχουν καλύψει το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών της για το 2026. Τυχόν νέες εκδόσεις ή προσφυγή σε εξωτερική χρηματοδότηση θα εξαρτηθούν από τις ανάγκες του επόμενου έτους.
Η κυβέρνηση προωθεί επίσης το άνοιγμα της εγχώριας αγοράς κρατικών ομολόγων σε ξένους επενδυτές, επιδιώκοντας να διευρύνει τη χρηματοδοτική της βάση και να προσελκύσει κεφάλαια από περισσότερες χώρες.
Πηγή: Reuters