Η απότομη άνοδος των τιμών των καυσίμων αεροπορίας έχει ανατρέψει τις εκτιμήσεις κερδοφορίας των αμερικανικών αεροπορικών εταιρειών, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος απειλεί να περιορίσει τα οφέλη από τη δυναμική ζήτηση για αεροπορικά ταξίδια.
Η American Airlines αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας πραγματικότητας που αντιμετωπίζει ο κλάδος. Η εταιρεία ήταν έτοιμη να αναβαθμίσει τις προβλέψεις της για τα κέρδη του 2026, όμως μόλις 13 ημέρες αργότερα αναγκάστηκε να τις υποβαθμίσει, καθώς ο εκτιμώμενος λογαριασμός καυσίμων για το υπόλοιπο του έτους αυξήθηκε κατά σχεδόν 1,6 δισ. δολάρια.
Η εξέλιξη αναδεικνύει τη μεγάλη ευαισθησία των αεροπορικών εταιρειών στις διακυμάνσεις των ενεργειακών αγορών. Οι τιμές των καυσίμων μπορούν να αυξηθούν μέσα σε λίγες ημέρες, ενώ η δυνατότητα μετακύλισης του κόστους στους επιβάτες απαιτεί περισσότερο χρόνο, καθώς οι υψηλότεροι ναύλοι επηρεάζουν μόνο τις νέες κρατήσεις.
Παρά τη σημαντική ταξιδιωτική ζήτηση και την περιορισμένη αύξηση της προσφοράς θέσεων, που επέτρεψαν στις εταιρείες να αυξήσουν τις τιμές των εισιτηρίων, τα πρόσθετα έσοδα δεν επαρκούν για να καλύψουν πλήρως την άνοδο του κόστους καυσίμων.
Η νέα πίεση στις αγορές ενισχύθηκε από την αναζωπύρωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή, με τις τιμές spot του αεροπορικού καυσίμου να αυξάνονται σχεδόν 30% από τις αρχές έως τα τέλη Ιουλίου.
«Τα περιθώρια κέρδους του κλάδου αναμένεται ουσιαστικά να μειωθούν», δήλωσε ο οικονομικός διευθυντής της American Airlines, Ντέβον Μέι, σημειώνοντας ότι εάν η εταιρεία είχε εκδώσει τις προβλέψεις της την ίδια περίοδο με τη Delta Air Lines, θα είχε παρουσιάσει πιο θετική εικόνα.
Μεγαλύτερη πίεση στην American Airlines
Στις αρχές Ιουλίου, η American Airlines ανέμενε ετήσια κέρδη προ φόρων κοντά στα 1,5 δισ. δολάρια, περίπου τετραπλάσια από τα αντίστοιχα επίπεδα του 2025. Ωστόσο, στη συνέχεια περιόρισε σημαντικά το εύρος των προβλέψεών της, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο από ζημιές έως κέρδη για το σύνολο του έτους.
Η εταιρεία βρίσκεται υπό μεγαλύτερη πίεση σε σχέση με ανταγωνιστές όπως η Delta Air Lines και η United Airlines, καθώς τα χαμηλότερα περιθώρια κέρδους της περιορίζουν την ικανότητά της να απορροφήσει νέες αυξήσεις στο κόστος.
Η American ανακοίνωσε πάντως ιστορικά υψηλά τριμηνιαία έσοδα και εκτίμησε ότι η αύξηση των εσόδων ανά διαθέσιμη θέση θα παραμείνει ισχυρή στο δεύτερο εξάμηνο. Ωστόσο, η διατήρηση υψηλών τιμών καυσίμων θα μπορούσε να επηρεάσει τις ταμειακές ροές, να επιβραδύνει τη μείωση του χρέους και να περιορίσει τις επενδύσεις.
Διαφορετικές αντιδράσεις από τις αεροπορικές
Οι μεγάλες αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες ακολούθησαν διαφορετικές γραμμές στις προβλέψεις τους, κυρίως λόγω του διαφορετικού χρόνου κατά τον οποίο τις ανακοίνωσαν.
Η Delta Air Lines διατήρησε αμετάβλητες τις ετήσιες εκτιμήσεις της, ενώ η United Airlines αύξησε το χαμηλότερο όριο του εύρους πρόβλεψης κερδών της. Αντίθετα, η Southwest Airlines περιόρισε το κατώτατο όριο των προβλέψεών της, ενώ η Alaska Air δεν επανέφερε πλήρη ετήσια καθοδήγηση.
Οι διαφορετικές εκτιμήσεις βασίστηκαν σε διαφορετικές παραδοχές για τις τιμές καυσίμων. Από τις αρχές έως τα τέλη Ιουλίου, η τιμή spot του αεροπορικού καυσίμου αυξήθηκε κατά 78 σεντς, φτάνοντας τα 3,59 δολάρια ανά γαλόνι, γεγονός που κατέστησε γρήγορα ξεπερασμένες αρκετές προβλέψεις.
Ο οικονομικός διευθυντής της American Airlines ανέφερε ότι κάθε αύξηση κατά ένα σεντ στη μέση τιμή καυσίμων της εταιρείας επιβαρύνει τα ετήσια έξοδά της κατά περίπου 46 εκατ. δολάρια. Μια αύξηση κατά 10 σεντς μεταφράζεται σε πρόσθετο κόστος περίπου 460 εκατ. δολαρίων.
Ανάλογη εικόνα περιέγραψε και η United Airlines, με τον διευθύνοντα σύμβουλό της Σκοτ Κίρμπι να δηλώνει ότι η εταιρεία είχε σχεδιάσει να ανακοινώσει βελτίωση των κερδών σε ετήσια βάση, πριν η νέα άνοδος των τιμών καυσίμων αλλάξει τις ισορροπίες.
Η United εκτίμησε ότι η άνοδος των τιμών από την 1η Ιουλίου πρόσθεσε περίπου 575 εκατ. δολάρια στον λογαριασμό καυσίμων του τρίτου τριμήνου.
Οι αεροπορικές εταιρείες προσπαθούν πλέον να μετακυλίσουν μέρος του αυξημένου κόστους στους επιβάτες, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο, καθώς εξαρτάται από τη συνεχή μεταβλητότητα των διεθνών τιμών ενέργειας.
Πηγή: Reuters