Τις εκκρεμότητες και τα ανοιχτά ζητήματα γύρω από τη λειτουργία των έξυπνων μετρητών επαναφέρει στο προσκήνιο ο ΕΣΠΕΝ, εκφράζοντας προβληματισμό για την ετοιμότητα του δικτύου να στηρίξει τις νέες ψηφιακές υπηρεσίες ενέργειας και την εφαρμογή δυναμικών τιμολογίων.
Στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για το Σχέδιο Ανάπτυξης του Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας 2026-2030 του ΔΕΔΔΗΕ, ο Σύνδεσμος των ιδιωτών προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας ασκεί αυστηρή κριτική για τις ελλείψεις και τις αβεβαιότητες που εξακολουθούν να συνοδεύουν την ανάπτυξη του συστήματος τηλεμέτρησης και των έξυπνων μετρητών στη χώρα.
Βασικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί το γεγονός ότι, παρά την εγκατάσταση άνω των 906.000 έξυπνων μετρητών χαμηλής τάσης, κρίσιμες λειτουργίες του Κεντρικού Συστήματος Τηλεμέτρησης δεν είναι ακόμη διαθέσιμες για τη συντριπτική πλειονότητα των παροχών. Παράλληλα, παραμένει ασαφές κατά πόσο οι υφιστάμενοι μετρητές μπορούν να υποστηρίξουν παροχή δεδομένων σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, όπως απαιτεί το νέο μοντέλο δυναμικής τιμολόγησης.
Στην επιστολή του, ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι το σχέδιο ανάπτυξης του ΔΕΔΔΗΕ προβλέπει προηγμένες δυνατότητες τηλεμέτρησης μόνο για παροχές Μέσης Τάσης και μεγάλους πελάτες Χαμηλής Τάσης των κατηγοριών 5, 6 και 7.
Αντίθετα, για τις κατηγορίες Χαμηλής Τάσης 0 έως 4 — όπου ανήκει η μεγάλη μάζα των καταναλωτών που ήδη διαθέτουν έξυπνους μετρητές — εξακολουθούν να απουσιάζουν βασικές υπηρεσίες, όπως η πιστοποίηση και επαλήθευση μετρήσεων, η διόρθωση και εκτίμηση δεδομένων, η διάθεση στοιχείων σε τρίτους φορείς, αλλά και η αξιοποίηση των δεδομένων για τον εντοπισμό ρευματοκλοπών και μη τεχνικών απωλειών.
Κατά τον ΕΣΠΕΝ, η μη πλήρης ενσωμάτωση των έξυπνων μετρητών στο κεντρικό σύστημα τηλεμέτρησης δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ομαλή λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα ενόψει της ολοκλήρωσης του πανελλαδικού προγράμματος εγκατάστασης έως το 2030.
Όπως τονίζεται, η αξιόπιστη και έγκαιρη πρόσβαση σε μετρητικά δεδομένα αποτελεί βασική προϋπόθεση τόσο για την ορθή τιμολόγηση και ενημέρωση των καταναλωτών όσο και για την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών, όπως τα δυναμικά τιμολόγια, τα προγράμματα απόκρισης ζήτησης και τα σύγχρονα ενεργειακά προϊόντα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη μετάβαση της αγοράς σε 15λεπτες περιόδους εκκαθάρισης, εξέλιξη που αυξάνει σημαντικά τις απαιτήσεις για γρήγορη και ακριβή επεξεργασία δεδομένων κατανάλωσης.
Ερωτήματα σχετικά με τις τεχνικές δυνατότητες
Παράλληλα, ο Σύνδεσμος θέτει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τις τεχνικές δυνατότητες των ίδιων των έξυπνων μετρητών που εγκαθίστανται στο δίκτυο. Σύμφωνα με τη δημόσια διαβούλευση της ΡΑΑΕΥ για τη δυναμική τιμολόγηση, η διάθεση μη πιστοποιημένων δεδομένων σχεδόν σε πραγματικό χρόνο προϋποθέτει οι μετρητές να διαθέτουν παλμούς εξόδου ή τυποποιημένη θύρα H1.
Ο ΕΣΠΕΝ σημειώνει ότι δεν έχει αποσαφηνιστεί πόσοι από τους ήδη εγκατεστημένους μετρητές πληρούν αυτές τις προδιαγραφές, ούτε εάν οι νέοι μετρητές που προμηθεύεται ο ΔΕΔΔΗΕ διαθέτουν τις απαραίτητες τεχνικές δυνατότητες. Επιπλέον, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου οι μετρητές μπορούν τεχνικά να υποστηρίξουν τη συγκεκριμένη λειτουργία, απαιτείται πρόσθετος εξοπλισμός ώστε ο καταναλωτής να αποκτήσει πρόσβαση σε δεδομένα σχεδόν πραγματικού χρόνου.
Ο Σύνδεσμος ζητά να ξεκαθαριστεί ποιος θα επωμιστεί το σχετικό κόστος — οι καταναλωτές ή ο Διαχειριστής μέσω της Ρυθμιζόμενης Περιουσιακής Βάσης — επισημαίνοντας ότι, εφόσον το κόστος μετακυλιστεί στους χρήστες, αυτό θα πρέπει να προβλέπεται ρητά στο κανονιστικό πλαίσιο.
Ενίσχυση της διαφάνειας
Παράλληλα, ζητείται σημαντική ενίσχυση της διαφάνειας και της δημόσιας ενημέρωσης για την πρόοδο του έργου εγκατάστασης έξυπνων μετρητών και επέκτασης της τηλεμέτρησης. Ο ΕΣΠΕΝ προτείνει τη δημοσίευση αναλυτικών στοιχείων σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση στην ιστοσελίδα του ΔΕΔΔΗΕ, με δεδομένα ανά γεωγραφική περιοχή και κατηγορία παροχής, καθώς και πληροφορίες για τις τεχνικές δυνατότητες των εγκατεστημένων μετρητών.
Επιπλέον, ζητά να δημοσιοποιούνται στοιχεία σχετικά με την πορεία της μηνιαίας καταμέτρησης, τις μη τεχνικές απώλειες, αλλά και τις διαπιστωμένες περιπτώσεις ρευματοκλοπών και τα πρόστιμα που επιβάλλονται, υποστηρίζοντας ότι μόνο μέσα από πλήρη διαφάνεια θα μπορέσει η αγορά να προετοιμαστεί έγκαιρα για τις απαιτήσεις της ενεργειακής μετάβασης.
Τέλος, ο Σύνδεσμος επαναφέρει το ζήτημα του κόστους των απωλειών ενέργειας του συστήματος, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να ενσωματωθεί στο Επιτρεπόμενο Έσοδο του Διαχειριστή. Επικαλείται, μάλιστα, σχετική μελέτη του ACER, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2025 και σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις μόλις τέσσερις χώρες της Ε.Ε. όπου το κόστος των απωλειών δικτύου δεν ανακτάται μέσω του Επιτρεπόμενου Εσόδου του Διαχειριστή. Όπως επισημαίνει ο ΕΣΠΕΝ, αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει ουσιαστικό κίνητρο για τον περιορισμό των απωλειών ενέργειας.