Προς ολοκλήρωση μέχρι το τέλος του 2026 οδεύει το ελληνικό τμήμα του αγωγού Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας, με την εμπορική λειτουργία της διασύνδεσης να τοποθετείται στα μέσα του 2027. Η νέα υποδομή του ΔΕΣΦΑ θα προσφέρει στη γειτονική χώρα πρόσβαση στις πηγές φυσικού αερίου που τροφοδοτούν το ελληνικό σύστημα, διευρύνοντας παράλληλα τον ρόλο της Ελλάδας στον ενεργειακό εφοδιασμό των Βαλκανίων.
Οι εργασίες στο εγχώριο σκέλος, τις οποίες έχει αναλάβει η ΤΕΡΝΑ, έχουν εισέλθει στην τελική φάση, οι οποίες αναμένεται να έχουν ολοκληρωθεί ως τα τέλη της χρονιάς. Μετά την παράδοση θα ακολουθήσουν οι δοκιμές, ώστε να προετοιμαστεί η έναρξη λειτουργίας του αγωγού. Σύμφωνα με τα όσα επισημαίνουν πηγές στο Energymag, βρισκόμαστε «μια ανάσα πριν την δοκιμαστική περίοδο στο εγχώριο τμήμα του έργου».
Αντίστοιχη όμως πρόοδο καταγράφει το έργο και στην γείτονα, η οποία παρότι ήταν «πίσω» κατασκευαστικά, έχει επιταχύνει σημαντικά τους ρυθμούς. Έτσι, η εκτίμηση είναι πως η Rapid Build που έχει αναλάβει το έργο, προς τα τέλη του 2026 θα το παραδώσει.
Η ολοκλήρωση των ελληνικών εγκαταστάσεων αποτελεί το επόμενο βήμα, ενώ η εμπορική αξιοποίηση αφορά τη συνολική διασύνδεση των δύο εθνικών συστημάτων και αναμένεται στα μέσα του επόμενου έτους.
Πρόσβαση στο LNG και στο αζέρικο αέριο
Η σημασία του έργου βρίσκεται κυρίως στις πρόσθετες επιλογές εφοδιασμού που δημιουργεί. Μέσω της σύνδεσης με το ελληνικό Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, η Βόρεια Μακεδονία θα αποκτήσει δυνατότητα πρόσβασης τόσο στο αζέρικο αέριο όσο και σε ποσότητες LNG που εισέρχονται στην Ελλάδα από τη Ρεβυθούσα και την Αλεξανδρούπολη.
Έτσι, οι ελληνικές υποδομές εισαγωγής αερίου αποκτούν μία ακόμη διαδρομή προς τις αγορές των Βαλκανίων. Για τη γειτονική χώρα, το όφελος συνδέεται με τη διαφοροποίηση των πηγών τροφοδοσίας και την ενίσχυση των εναλλακτικών της στον εφοδιασμό.
Η αρχική μεταφορική ικανότητα του αγωγού προβλέπεται στα 1,5 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως, με δυνατότητα επέκτασης στα 3 δισ. κυβικά μέτρα. Η πρόβλεψη αυτή αφήνει περιθώριο αύξησης των ποσοτήτων που θα μπορούν να μεταφέρονται, εφόσον προκύψουν οι αντίστοιχες ανάγκες.
Ο προϋπολογισμός που αναφέρεται για το έργο ανέρχεται σε περίπου 92 εκατ. ευρώ. Η συνολική διαδρομή έχει μήκος 123 χιλιομέτρων και συνδέει τη Νέα Μεσημβρία Θεσσαλονίκης με το Νεγκότινο, μέσω Ευζώνων και Γευγελής.
Σημειώνεται, επίσης, ότι ο αγωγός κατασκευάστηκε με δυνατότητα μεταφοράς υδρογόνου έως και 100%, σύμφωνα δηλαδή με το σχέδιο απανθρακοποίησης του ΔΕΣΦΑ και τα υφιστάμενα σχέδια για την ανάπτυξη της παραγωγής υδρογόνου στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας. Όπως έχει επικοινωνήσει ο Διαχειριστής, στο μέλλον, εφόσον οι συνθήκες της αγοράς το απαιτήσουν, ο αγωγός προς τη Βόρεια Μακεδονία θα συνδεθεί με το προγραμματισμένο έργο ανάπτυξης του δικτύου του ελληνικού διαδρόμου (backbone) για τη διαμόρφωση μέρους της υποδομής μεταφοράς υδρογόνου της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής της ΝΑΕ.
Οι εγκαταστάσεις που συμπληρώνουν τη διασύνδεση
Στην ελληνική πλευρά, ο σχεδιασμός περιλαμβάνει κύριο αγωγό μήκους 55 χιλιομέτρων και διαμέτρου 30 ιντσών, από τη Νέα Μεσημβρία έως την περιοχή των Ευζώνων, ανατολικά του Αξιού. Προβλέπεται επίσης τμήμα υψηλής πίεσης περίπου 1,5 χιλιομέτρου, διαμέτρου 28 ιντσών, από την περιοχή του μετρητικού σταθμού έως το σημείο σύνδεσης με τη Βόρεια Μακεδονία.
Κεντρικό ρόλο έχει ο συνοριακός μετρητικός σταθμός, όπου θα πραγματοποιούνται το φιλτράρισμα, η μέτρηση και ο έλεγχος της ροής του αερίου. Ο σχεδιασμός του περιλαμβάνει εφεδρικό εξοπλισμό, ώστε οι επιμέρους λειτουργίες να υποστηρίζονται και από εγκαταστάσεις σε αναμονή. Την υποδομή συμπληρώνουν ένα βανοστάσιο στην περιοχή του Κιλκίς και σταθμοί για τον εξοπλισμό καθαρισμού και εσωτερικής επιθεώρησης του αγωγού.
Με την έναρξη της εμπορικής λειτουργίας, η διασύνδεση θα ενισχύσει τους ενεργειακούς δεσμούς Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας και θα δημιουργήσει προϋποθέσεις για μεγαλύτερη διασύνδεση των αγορών φυσικού αερίου στα Δυτικά Βαλκάνια. Για την Ελλάδα, προστίθεται μία ακόμη υποδομή που μετατρέπει την πρόσβαση σε διαφορετικές πηγές αερίου σε δυνατότητα τροφοδοσίας της ευρύτερης περιοχής.
Για την Βόρεια Μακεδονία, θα της επιτρέψει να προχωρήσει σε περαιτέρω διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού της και να δημιουργήσει πρόσθετους ενεργειακούς διαδρόμους, θέτοντας τις βάσεις για περαιτέρω ολοκλήρωση της αγοράς φυσικού αερίου, τόσο στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων, όσο και στην ΕΕ.