Τις τελευταίες ημέρες είδαμε να καταγράφεται ένα νέο κύμα ανατιμήσεων στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, ως άμεση συνέπεια της γεωπολιτικής έντασης και του πολέμου στο Ιράν. Η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές υποδομές της περιοχής έχει οδηγήσει σε έντονη άνοδο των τιμών των καυσίμων, με το φυσικό αέριο να καταγράφει απότομη αύξηση και το πετρέλαιο να κινείται επίσης σημαντικά υψηλότερα στις διεθνείς αγορές.
Οι εξελίξεις αυτές επαναφέρουν με τον πιο εμφατικό τρόπο στο προσκήνιο τη συζήτηση για το πώς η Ευρώπη μπορεί να διασφαλίσει φθηνή και σταθερή ενέργεια σε ένα περιβάλλον διεθνούς αστάθειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναδεικνύονται ολοένα και περισσότερο ως βασικός παράγοντας σταθερότητας, καθώς μπορούν να λειτουργήσουν ως «ασπίδα» απέναντι στις γεωπολιτικές κρίσεις και στις απότομες διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας.
Oι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας της Γαλλίας και της Ισπανίας έχουν μέχρι στιγμής αποφύγει ισχυρούς κραδασμούς από την κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, χάρη στο υψηλό μερίδιο που καταλαμβάνει στο ενεργειακό μείγμα η ηλεκτροπαραγωγή χαμηλών εκπομπών άνθρακα, ανέφεραν αναλυτές στο Montel.
Το φυσικό αέριο συνεχίζει να καθορίζει τις τιμές
Παρά τη σημαντική αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας.
Η ευρωπαϊκή αγορά λειτουργεί με το σύστημα της οριακής τιμολόγησης (merit order), στο οποίο οι μονάδες παραγωγής ενέργειας συμμετέχουν στην αγορά με βάση το μεταβλητό κόστος τους. Συνήθως, η μονάδα που καλύπτει τη ζήτηση στο τέλος της διαδικασίας είναι μια μονάδα φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι όταν αυξάνεται η τιμή του φυσικού αερίου, αυξάνεται αυτομάτως και η τιμή του ηλεκτρισμού.
Στην Ελλάδα μάλιστα η επίδραση αυτή εμφανίζεται με χρονική υστέρηση περίπου ενός μήνα, καθώς το κόστος καυσίμου που χρησιμοποιούν οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής αντανακλά συχνά τιμές φυσικού αερίου προηγούμενων εβδομάδων.
Η νέα γεωπολιτική ένταση, εφόσον συνεχιστεί, δημιουργεί τον κίνδυνο σημαντικών αυξήσεων στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας από τους επόμενους μήνες.
Η ενεργειακή μετάβαση ως απάντηση στην κρίση
Οι εξελίξεις αυτές μεταβάλλουν το ενεργειακό debate στην Ευρώπη. Για αρκετά χρόνια η συζήτηση επικεντρωνόταν στο δίλημμα «ενεργειακή μετάβαση ή ανταγωνιστικότητα». Σήμερα όμως γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι η ενεργειακή ανεξαρτησία και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συνδέονται άμεσα με τη μεγαλύτερη συμμετοχή των ΑΠΕ.
Ένα ηλεκτρικό σύστημα που βασίζεται σε ανανεώσιμες πηγές και αποθήκευση ενέργειας μπορεί να περιορίσει σημαντικά την εξάρτηση από τα διεθνή καύσιμα και να διασφαλίσει σταθερότερες τιμές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η Ελλάδα επιταχύνει τη διείσδυση των ΑΠΕ
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια καταγράφει σημαντική πρόοδο στην ενεργειακή μετάβαση. Η συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα αυξήθηκε κατά περίπου 61% την περίοδο 2014-2023, με τη χώρα να συγκλίνει πλέον με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ενεργειακό σύστημα αλλάζει ήδη σημαντικά. Το 2024 περισσότερη από τη μισή ηλεκτρική ενέργεια στο διασυνδεδεμένο σύστημα της χώρας καλύφθηκε από ΑΠΕ και υδροηλεκτρικά.
Οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια δείχνουν ακόμη μεγαλύτερη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών.
Για την περίοδο 2025-2026 εκτιμάται ότι περίπου το 49% της ηλεκτροπαραγωγής θα προέρχεται από ΑΠΕ, ενώ το φυσικό αέριο θα καλύπτει περίπου το 37% του ενεργειακού μείγματος. Ο λιγνίτης αναμένεται να περιοριστεί γύρω στο 5%, ενώ το υπόλοιπο 9% θα προέρχεται από πετρέλαιο και εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας.
Η εικόνα αυτή δείχνει πόσο γρήγορα μετασχηματίζεται το ενεργειακό σύστημα της χώρας σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2021 το ενεργειακό μείγμα είχε πολύ διαφορετική εικόνα, καθώς οι ΑΠΕ κάλυπταν περίπου το 36% της παραγωγής, το φυσικό αέριο το 27%, ο λιγνίτης περίπου το 8%, ενώ το πετρέλαιο έφτανε σχεδόν το 29%.
Η σύγκριση αποτυπώνει τη σημαντική αύξηση της πράσινης ηλεκτροπαραγωγής και τη σταδιακή μείωση των πιο ρυπογόνων καυσίμων.
Το φαινόμενο των «εγκαταλελειμμένων» έργων ΑΠΕ
Παρά τη σημαντική πρόοδο στη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η Ελλάδα έρχεται αντιμέτωπη και με ένα λιγότερο ορατό πρόβλημα, το φαινόμενο των λεγόμενων «εγκαταλελειμμένων» έργων ΑΠΕ.
Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν πρόκειται για ολοκληρωμένα πάρκα που εγκαταλείφθηκαν μετά την κατασκευή τους, αλλά κυρίως για επενδυτικά σχέδια που «πάγωσαν» στη διάρκεια της υλοποίησης. Οι αιτίες είναι πολλαπλές, από χρονοβόρες αδειοδοτικές διαδικασίες, δικαστικές προσφυγές, οικονομικές δυσκολίες των επενδυτών, μέχρι περιορισμούς στη σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση αρκετών αιολικών έργων σε νησιωτικές ή ορεινές περιοχές. Σε περιοχές όπως τα Κύθηρα, η Τήνος και η Άνδρος, αλλά και σε ορεινές ζώνες των Αγράφων και της Πίνδου, έργα έχουν καθυστερήσει ή ανασταλεί λόγω έντονων αντιδράσεων από τοπικές κοινωνίες και περιβαλλοντικές οργανώσεις, γεγονός που οδηγεί συχνά σε μακροχρόνιες δικαστικές διαδικασίες.
Παράλληλα, προβλήματα εμφανίστηκαν και σε ορισμένα φωτοβολταϊκά πάρκα στη Θεσσαλία. Μετά τις μεγάλες πλημμύρες του 2023, αρκετές εγκαταστάσεις υπέστησαν σοβαρές ζημιές, κυρίως σε κρίσιμο εξοπλισμό όπως οι αντιστροφείς (inverters) και οι υποσταθμοί, με αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις να παραμείνουν για μεγάλο διάστημα εκτός λειτουργίας.
Την ίδια στιγμή, το έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον για φωτοβολταϊκά έχει δημιουργήσει νέες προκλήσεις για το ηλεκτρικό σύστημα. Το 2024 και το 2025, λόγω της ταχείας ανάπτυξης νέων έργων, παρατηρήθηκαν περιπτώσεις όπου ο Διαχειριστής του Συστήματος (ΑΔΜΗΕ) αναγκάστηκε να προχωρήσει σε περικοπές παραγωγής, καθώς το δίκτυο δεν μπορούσε να απορροφήσει το σύνολο της παραγόμενης ενέργειας.
Το φαινόμενο αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα εγκατάλειψη έργων, αλλά υποδηλώνει ότι μέρος της παραγόμενης ενέργειας δεν μπορεί προσωρινά να αξιοποιηθεί, κυρίως λόγω περιορισμών στις υποδομές μεταφοράς και αποθήκευσης.
Συνολικά, αν και η Ελλάδα καταγράφει ρεκόρ στη διείσδυση των ΑΠΕ, το ζήτημα των «εγκαταλελειμμένων» έργων αφορά κυρίως επενδύσεις που δεν καταφέρνουν να ωριμάσουν ή να ολοκληρωθούν, και πολύ λιγότερο λειτουργικές εγκαταστάσεις που εγκαταλείπονται. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για ταχύτερες αδειοδοτικές διαδικασίες, ενίσχυση των δικτύων μεταφοράς και ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης, ώστε η ενεργειακή μετάβαση να προχωρήσει χωρίς εμπόδια.
Η σημασία της αποθήκευσης ενέργειας
Η επόμενη μεγάλη πρόκληση για το ελληνικό ενεργειακό σύστημα, λοιπόν, είναι η ενσωμάτωση της αυξανόμενης παραγωγής από ΑΠΕ στο δίκτυο.
Η παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά συστήματα παρουσιάζει φυσικές διακυμάνσεις, καθώς εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες. Για τον λόγο αυτό η ανάπτυξη έργων αποθήκευσης, κυρίως μεγάλων συστημάτων μπαταριών, θεωρείται κρίσιμη για τη σταθερότητα του συστήματος και για την πλήρη αξιοποίηση της πράσινης ενέργειας.
Η επιτάχυνση των έργων αυτών τα επόμενα χρόνια θα αποτελέσει βασική προϋπόθεση ώστε η αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ να μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Το στοίχημα της ενεργειακής ασφάλειας
Η νέα γεωπολιτική κρίση υπενθυμίζει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν αφορά μόνο την κλιματική πολιτική. Αφορά και τη σταθερότητα της οικονομίας.
Ένα ενεργειακό σύστημα που βασίζεται σε εγχώριες ανανεώσιμες πηγές και σύγχρονες υποδομές αποθήκευσης μπορεί να περιορίσει την έκθεση της οικονομίας στις διεθνείς ενεργειακές κρίσεις.
Σε μια εποχή όπου οι διεθνείς εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα το κόστος της ενέργειας, οι ΑΠΕ φαίνεται να αποτελούν όχι μόνο την πιο καθαρή, αλλά και την πιο ασφαλή επιλογή για το ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης.