Σφίγγει ξανά η ενεργειακή θηλιά στις βιομηχανίες παρά την ανακούφιση από το πακέτο στήριξης των 95 εκατ. Ευρώ, με την απογείωση στη χονδρική τιμή του ρεύματος που αγγίζει σήμερα τα 238,80 ευρώ/ MWh να επιβαρύνει το ενεργειακό κόστος.
Καθοριστικός παράγοντας για την πορεία της ηλεκτρικής ενέργειας είναι η νέα άνοδος του φυσικού αερίου στον ευρωπαϊκό κόμβο TTF. Η τιμή του ξεπέρασε τα 96-97 ευρώ/MWh και πλησιάζει πλέον το όριο των 100 ευρώ/MWh, έχοντας καταγράψει αύξηση περίπου 200% σε ετήσια βάση.
Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει άμεσα τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο, ιδιαίτερα όταν οι καιρικές συνθήκες περιορίζουν την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές και αυξάνουν την ανάγκη κάλυψης της ζήτησης από συμβατικές μονάδες.
Η κυβέρνηση έστω και αργά, ενεργοποίησε πακέτο 95 εκατ. ευρώ ανακουφίζοντας μερικώς την ενεργοβόρο βιομηχανία (περίπου 700 επιχειρήσεις από κλάδους όπως τσιμέντα, δομικά υλικά, τρόφιμα, χαρτικά, πλαστικά) από το δυσβάστακτο επίπεδο του ενεργειακού κόστους (ως και τριπλάσιο από γειτονικές χώρες).
Μετά την στήριξη των 95 εκατ. ευρώ με την αξιοποίηση ευρωπαϊκών εργαλείων (METSAF και CISAF), η βιομηχανία με τα σημερινά δεδομένα, αναμένεται να πληρώνει ρεύμα πέριξ των 103 – 109 ευρώ ανά μεγαβατώρα (αν συνυπολογιστούν και οι χρεώσεις από τους λογαριασμούς προσαύξησης το ποσό αβγατίζει). Τα 109 ευρώ δεν είναι φθηνό ποσό καθώς βιομηχανίες σε Τουρκία και Βουλγαρία καταβάλλουν 50 – 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα αλλά σίγουρα είναι πιο διαχειρίσιμη χρέωση από τα 160 ευρώ/MWh (στοιχεία ΕΒΙΚΕΝ) που πλήρωναν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες προ επιδότησης.
Δύο ταχύτητες
Δημιουργούνται ουσιαστικά δύο κατηγορίες δικαιούχων των 95 εκατ.: Από τη μία οι βιομηχανίες που σήμερα δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους εκπομπών CO₂ (διοξειδίου του άνθρακα) –με χαρακτηριστικό παράδειγμα την τσιμεντοβιομηχανία αλλά και μικρότερες ενεργοβόρες επιχειρήσεις– που αυτή τη στιγμή δεν ενισχύονται και είναι εκτεθειμένες περισσότερο στην κρίση, από την άλλη οι επιχειρήσεις που ενισχύονται μέσω της αντιστάθμισης και θα αποκτήσουν πρόσθετη στήριξη για το τελευταίο πεντάμηνο του έτους μέσω METSAF.
Το CISAF μπορεί να μειώσει έως 50% την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά μόνο για έως το 50% της επιλέξιμης κατανάλωσης. Αυτό σημαίνει ότι, σε επίπεδο συνολικής κατανάλωσης, το μέγιστο όφελος αντιστοιχεί ουσιαστικά στο 25% της τιμής. Από τον Αύγουστο, μέσω METSAF, η ένταση της ενίσχυσης αυξάνεται έως το 70%, οπότε για τις μη αντισταθμιζόμενες βιομηχανίες το όφελος μπορεί να φθάσει στο 35% επί της συνολικής κατανάλωσης.
Με βάση τις πραγματικές μέσες τιμές της Αγοράς Επόμενης Ημέρας (DAM) οι βιομηχανίες που δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση, με ετήσια κατανάλωση που υπολογίζεται περίπου στις 1,3 TWh (Τεραβατώρες), θα ενισχυθούν για το πρώτο επτάμηνο μέσω CISAF περίπου 18 εκατ. ευρώ.
Για παράδειγμα, με DAM 108,67 €/MWh τον Ιανουάριο, η ενίσχυση αντιστοιχεί σε περίπου 27,2 €/MWh σε όρους συνολικής κατανάλωσης, ενώ τον Ιούνιο, με DAM 92,93 €/MWh, περιορίζεται στα 23,2 €/MWh.
Η κυβέρνηση προβλέπει ότι στην πρώτη αυτή φάση, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο, θα ενισχυθούν αποκλειστικά επιχειρήσεις που δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση CO₂, με την επιδότηση να αφορά έως το 50% της επιλέξιμης κατανάλωσης.
Η εικόνα αλλάζει αισθητά από τον Αύγουστο, όταν ενεργοποιούνται οι αυξημένες δυνατότητες του METSAF. Για τις ίδιες μη αντισταθμιζόμενες βιομηχανίες η έκπτωση μπορεί πλέον να φθάνει το 70% για το 50% της κατανάλωσης. Σε όρους συνολικής κατανάλωσης αυτό μεταφράζεται σε μέγιστη μείωση 35%.
Με DAM 133,4 €/MWh τον Αύγουστο, η ενίσχυση αντιστοιχεί έτσι σε 46,7 €/MWh. Τον Σεπτέμβριο, με μέση τιμή 157,92 €/MWh, ανεβαίνει στα 55,27 €/MWh. Με παραδοχές 150 €/MWh για τον Οκτώβριο και 160 €/MWh για Νοέμβριο και Δεκέμβριο, το όφελος διαμορφώνεται αντίστοιχα στα 52,5 και 56 €/MWh.
Συνολικά, για το πεντάμηνο Αυγούστου-Δεκεμβρίου η συγκεκριμένη κατηγορία απορροφά, με αυτά τα δεδομένα, περίπου 28,9 εκατ. ευρώ.