Η Ελλάδα και η Τουρκία μπαίνουν σε μια νέα ενεργειακή αναμέτρηση: ποια από τις δύο θα εξελιχθεί στην προτιμώμενη πύλη τροφοδοσίας της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης με φυσικό αέριο;
Το ερώτημα βρίσκεται στο επίκεντρο του webinar «The Dueling Gateways» της S&P Global Energy, που έχει προγραμματιστεί για τις 5 Νοεμβρίου. Η αμερικανική εταιρεία αναλύσεων θέτει στο τραπέζι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των δύο χωρών: η Τουρκία διαθέτει μέγεθος, στρατηγική θέση και ποικιλία προμηθευτών· η Ελλάδα προβάλλει την ανοικτή αγορά και τις νέες υποδομές, αλλά καλείται να αντιμετωπίσει υψηλότερο κόστος μεταφοράς. Το βασικό ερώτημα είναι αν οι δύο διαδρομές θα ανταγωνιστούν ή αν μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά.
Το διακύβευμα μεγαλώνει καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει τη σταδιακή απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου. Το 2025 το ρωσικό αέριο αντιστοιχούσε ακόμη στο 12% των συνολικών εισαγωγών της ΕΕ, ενώ οι εναπομείνασες ποσότητες θα πρέπει να αντικατασταθούν μέσα στα επόμενα χρόνια. Αυτό δημιουργεί χώρο για νέες πηγές και διαδρομές, χωρίς όμως να εγγυάται ότι κάθε σχεδιαζόμενος διάδρομος θα είναι και εμπορικά βιώσιμος.
Το ελληνικό πλεονέκτημα και ο αστερίσκος του κόστους
Η Ελλάδα στηρίζει τη διεκδίκησή της στη Ρεβυθούσα, την πλωτή μονάδα LNG της Αλεξανδρούπολης και στις διασυνδέσεις που μπορούν να μεταφέρουν αέριο προς βορρά. Ο Κάθετος Διάδρομος συνδέει τις ελληνικές υποδομές με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία, δίνοντας πρόσβαση σε αγορές που αναζητούν εναλλακτικές προμήθειες.
Η ενίσχυση των ελληνικών εξαγωγών είναι ήδη μετρήσιμη. Το 2025 έφτασαν τις 8,59 TWh, σχεδόν τριπλάσιες σε σχέση με το 2024. Στο πρώτο εννεάμηνο του 2026 ανήλθαν στις 13,6 TWh, από 5,06 TWh ένα χρόνο νωρίτερα. Την ίδια περίοδο η εγχώρια κατανάλωση υποχώρησε ελαφρά, γεγονός που δείχνει ότι η άνοδος της συνολικής κίνησης στο σύστημα προήλθε κυρίως από τις εξαγωγές.
Το κρίσιμο στοίχημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο να υπάρχει αέριο και διαθέσιμη δυναμικότητα. Είναι να φτάνει στον τελικό αγοραστή σε ανταγωνιστική τιμή. Τα τέλη διέλευσης από διαδοχικά εθνικά δίκτυα και τα τεχνικά σημεία συμφόρησης έχουν επιβαρύνει τη διαδρομή. Τον Μάρτιο του 2026 οι διαχειριστές των δικτύων και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμφώνησαν σε νέα μεθοδολογία τιμολόγησης, ενώ οι δημοπρασίες δυναμικότητας του Ιουλίου αποτέλεσαν την πρώτη ουσιαστική δοκιμή της εμπορικής ελκυστικότητας του διαδρόμου. Η ζήτηση για δυναμικότητα ήταν ένα θετικό σήμα, αλλά η περαιτέρω μείωση των χρεώσεων παραμένει αναγκαία.
Η τουρκική «φαρέτρα» και το ζήτημα της προέλευσης
Η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει τη θέση της ανάμεσα σε μεγάλους παραγωγούς και στην ευρωπαϊκή αγορά. Εισάγει φυσικό αέριο από τη Ρωσία, το Αζερμπαϊτζάν και το Ιράν, ενώ αυξάνει τις προμήθειες LNG και επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως περιφερειακού κόμβου.
Η χώρα έχει ήδη εξασφαλίσει συμφωνίες για εξαγωγές προς γειτονικές αγορές. Το 2026, για παράδειγμα, η ΔΕΠΑ κέρδισε διαγωνισμό της Bulgargaz για 1 TWh LNG, που θα αεριοποιούνταν στο τουρκικό λιμάνι Μαρμαρά και θα παραδιδόταν στη Βουλγαρία. Παράλληλα, μέσω της Τουρκίας διέρχονται ροές από τον TurkStream και το Αζερμπαϊτζάν προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.
Αυτό το πλεονέκτημα συνοδεύεται από μια κρίσιμη πρόκληση: την τεκμηρίωση της προέλευσης του αερίου. Μέρος των ποσοτήτων που περνούν από την Τουρκία συνδέεται με ρωσικές προμήθειες, οι οποίες σταδιακά θα απαγορευτούν στην ευρωπαϊκή αγορά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ελέγχους και διαδικασίες προηγούμενης άδειας, ώστε οι εισαγωγείς να αποδεικνύουν από πού προέρχεται το αέριο και να αποτρέπεται η παράκαμψη της απαγόρευσης. Για τους αγοραστές, επομένως, η αξιοπιστία της διαδρομής θα εξαρτάται και από τη διαφάνεια των συμβολαίων και των ροών.
Η τελική επιλογή θα γίνει στην αγορά
Η Ελλάδα έχει το πλεονέκτημα της απευθείας πρόσβασης σε φορτία LNG και της σύνδεσης με τον Κάθετο Διάδρομο. Η Τουρκία διαθέτει μεγαλύτερη ποικιλία προμηθευτών και ισχυρή γεωγραφική θέση, αλλά καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να εξασφαλίσει επαρκείς εξαγώγιμες ποσότητες με σαφή προέλευση και σταθερούς κανόνες.
Η μάχη, συνεπώς, δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος έχει περισσότερους αγωγούς ή μεγαλύτερες εγκαταστάσεις. Θα κριθεί από το συνολικό κόστος παράδοσης, τη διαθεσιμότητα των ποσοτήτων, την αξιοπιστία των υποδομών και την ασφάλεια των συμβολαίων. Και δεν είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει ένας μόνο νικητής: όσο η Ευρώπη αναζητά εναλλακτικές πηγές, τόσο περισσότερες λειτουργικές διαδρομές χρειάζεται.
Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι να μετατρέψει την αύξηση των εξαγωγών σε σταθερή εμπορική δραστηριότητα. Για την Τουρκία, να μετατρέψει τη θέση και την κλίμακά της σε αξιόπιστη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά. Στο τέλος, οι αγοραστές θα επιλέξουν τη διαδρομή που θα προσφέρει το αέριο φθηνότερα, καθαρότερα ως προς την προέλευση και με τη μεγαλύτερη ασφάλεια παράδοσης.