Έξι μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και τις αγορές παραμένουν έντονες. Σε δημοσίευμά του το Reuters καταγράφει τις αλλαγές που έχουν σημειωθεί από την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων στο Ιράν, με την ενέργεια, τα χρηματιστήρια, τα επενδυτικά καταφύγια και τα τρόφιμα να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Το μεγαλύτερο άμεσο πλήγμα έχει δεχθεί η ενεργειακή αγορά. Η παραγωγή στις χώρες του Κόλπου επηρεάστηκε, ενώ οι μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ περιορίστηκαν σημαντικά. Όπως αναφέρει το Reuters, η τιμή του πετρελαίου Brent ξεπέρασε προσωρινά τα 120 δολάρια το βαρέλι τον Απρίλιο, ενώ ο μέσος όρος για το 2026 διαμορφώνεται περίπου στα 90 δολάρια, από περίπου 70 δολάρια πέρυσι.
Ισχυρότερες πιέσεις καταγράφηκαν στα διυλισμένα καύσιμα, με το ντίζελ να ακριβαίνει σημαντικά λόγω των ελλείψεων σε μεσαία αποστάγματα, των προβλημάτων σε ρωσικά διυλιστήρια και της μείωσης των εξαγωγών από τον Κόλπο. Το αεροπορικό καύσιμο επηρεάστηκε επίσης, αν και η αυξημένη παραγωγή και οι εξαγωγές από τα αμερικανικά διυλιστήρια περιόρισαν στη συνέχεια τις ανησυχίες για την επάρκεια.
Αντοχές στις διεθνείς μετοχές
Παρά την ενεργειακή αναστάτωση, οι διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές έχουν επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Σύμφωνα με το Reuters, ο παγκόσμιος δείκτης μετοχών της MSCI, που καλύπτει 47 χώρες, έφτασε αυτόν τον μήνα σε ιστορικό υψηλό, με τη συνολική αξία των αγορών να αγγίζει τα 105 τρισ. δολάρια.
Από την έναρξη του πολέμου, η αξία του δείκτη έχει αυξηθεί κατά περίπου 7 τρισ. δολάρια ή 9%. Βασικός μοχλός της ανόδου είναι οι τεράστιες επενδύσεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες φαίνεται να έχουν περιορίσει τις επιπτώσεις της γεωπολιτικής αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές. Αντίθετα, οι χρηματιστηριακές αγορές στις χώρες του Κόλπου έχουν κινηθεί αισθητά χαμηλότερα.
Τρόφιμα και λιπάσματα στο επίκεντρο
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην ενέργεια. Η διαταραχή των μεταφορών μέσω του Ορμούζ έχει επηρεάσει και τις μεταφορές λιπασμάτων, δημιουργώντας πρόσθετες ανησυχίες για την παγκόσμια αγροτική παραγωγή.
Το Reuters επισημαίνει ότι η κατάσταση αυτή συμπίπτει με το ισχυρό φαινόμενο Ελ Νίνιο, αλλά και με νέες διαταραχές στις μεταφορές σιτηρών που συνδέονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ο συνδυασμός των παραγόντων αυξάνει τον κίνδυνο νέων πιέσεων στην παραγωγή και στις τιμές των τροφίμων.
Σύμφωνα με τον FAO, οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν τον Ιούλιο σε υψηλό άνω των τριών ετών, ενώ ο οργανισμός προειδοποιεί για το ενδεχόμενο νέου κύματος πληθωρισμού στα τρόφιμα. Η JPMorgan εκτιμά, μάλιστα, ότι ένα ισχυρό Ελ Νίνιο θα μπορούσε να αυξήσει τον παγκόσμιο πληθωρισμό τροφίμων κατά περίπου 0,7% στην κορύφωσή του.
Βαρύ το κόστος για τον Κόλπο
Οι οικονομίες του Κόλπου έχουν δεχθεί άμεσο πλήγμα. Οι εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας μειώθηκαν κατά 10% μεταξύ πρώτου και δεύτερου τριμήνου, ενώ οι πωλήσεις ακινήτων στο Ντουμπάι έχουν υποχωρήσει κατά 70%-80%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται το Reuters.
Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση στο Κατάρ, όπου η Oxford Economics προβλέπει συρρίκνωση της οικονομίας σχεδόν κατά 30% φέτος, λόγω των ζημιών στις εγκαταστάσεις φυσικού αερίου στο Ras Laffan.
Την ίδια ώρα, οι αγορές του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έχουν υποχωρήσει περίπου 14%, ενώ το Μπαχρέιν έχει δεχθεί ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις, με το κόστος ασφάλισης του χρέους του έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας να έχει αυξηθεί σχεδόν κατά 40%.
Η εικόνα που περιγράφει το Reuters δείχνει ότι, παρά την ανθεκτικότητα των διεθνών χρηματιστηρίων, η σύγκρουση έχει αφήσει σαφές αποτύπωμα στην ενέργεια, στο κόστος παραγωγής και στις τιμές των τροφίμων, με τις επόμενες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή να παραμένουν κρίσιμες για την πορεία των αγορών.