Σε μετωπική σύγκρουση με το ΠΑΣΟΚ για το μέλλον του λιγνίτη και ειδικότερα της Πτολεμαΐδας 5 προχωρά ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, εξαπολύοντας σφοδρή επίθεση κατά της τροπολογίας που κατέθεσε ο βουλευτής του κόμματος Πάρις Κουκουλόπουλος για τη λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων εκτός Χρηματιστηρίου Ενέργειας.
Ο Νίκος Τσάφος χαρακτηρίζει ουσιαστικά ανεφάρμοστη και οικονομικά προβληματική την πρόταση, υποστηρίζοντας ότι στηρίζεται σε «μισές αλήθειες», στον «λαϊκισμό» περί φθηνού λιγνίτη και σε μια κρατικιστική αντίληψη σύμφωνα με την οποία «ο νόμος βαφτίζει το ακριβό φθηνό».
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται πλέον ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα: εάν η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει για πολλά ακόμη χρόνια μέρος της λιγνιτικής της παραγωγής ως στρατηγική εφεδρεία, ιδιαίτερα μέσα στο νέο περιβάλλον ενεργειακής αβεβαιότητας, ή εάν το πραγματικό κόστος των μονάδων καθιστά μια τέτοια επιλογή οικονομικά ασύμφορη.
«Η απολιγνιτοποίηση είχε ξεκινήσει πολύ πριν από το 2019»
Ο υφυπουργός επιχειρεί καταρχάς να αποδομήσει την πολιτική κριτική περί «βίαιης απολιγνιτοποίησης». Όπως υποστηρίζει, η διαδικασία είχε αρχίσει ήδη από το 2005 και μέχρι το 2019 είχαν πραγματοποιηθεί περίπου τα δύο τρίτα της συνολικής μείωσης της λιγνιτικής παραγωγής.
Κατά τον ίδιο, επομένως, η υποχώρηση του λιγνίτη δεν αποτελεί αποκλειστικά αποτέλεσμα μιας πολιτικής απόφασης των τελευταίων ετών, αλλά μιας μακράς διαδικασίας που συνδέεται πρωτίστως με την οικονομικότητα του καυσίμου. «Ο λιγνίτης φεύγει γιατί είναι ακριβός», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το διάγραμμα που συνοδεύει την ανάρτηση δείχνει άλλωστε τη μεγάλη ιστορική κάμψη της ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα και λιγνίτη σε σχέση με τα υψηλά επίπεδα των προηγούμενων δεκαετιών.
Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ και το 2049
Η κριτική του Νίκου Τσάφου επικεντρώνεται κυρίως στη λογική της τροπολογίας, όπως ο ίδιος την περιγράφει: να παραμείνει διαθέσιμος ο λιγνίτης έως ότου η Ελλάδα αποκτήσει εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου και παράλληλα να διατηρηθούν οι λιγνιτικές μονάδες, με την Πτολεμαΐδα 5 να φτάνει έως το 2049.
Ο υφυπουργός θέτει το ερώτημα τι θα συμβεί εάν στο μεταξύ η Ελλάδα πράγματι αποκτήσει δική της παραγωγή φυσικού αερίου, οι ΑΠΕ και η αποθήκευση επεκταθούν σημαντικά και τα δικαιώματα εκπομπών CO₂ παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα.
Σε ένα τέτοιο ενεργειακό σύστημα, υποστηρίζει, η υποχρεωτική διατήρηση μιας λιγνιτικής μονάδας μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές οικονομικές απώλειες, ακόμη και εάν για συγκεκριμένες περιόδους οι διεθνείς τιμές φυσικού αερίου καταστήσουν τον λιγνίτη ανταγωνιστικότερο.
Ιδιαίτερη κριτική ασκεί και στην πρόβλεψη που, σύμφωνα με την ανάρτησή του, αντιμετωπίζει ως ζήτημα απιστίας αποφάσεις που αποσκοπούν στην πρόωρη παύση των μονάδων. Ο ίδιος χρησιμοποιεί ως παράδειγμα ένα μελλοντικό σενάριο στο οποίο υπάρχει εγχώριο φυσικό αέριο, υψηλό κόστος ρύπων, μεγάλη διείσδυση ΑΠΕ και αποθήκευσης και ζημιογόνος λιγνιτική παραγωγή, διερωτώμενος εάν ακόμη και τότε η ΔΕΗ δεν θα μπορούσε να κλείσει μια μονάδα.
Το κόστος Αγίου Δημητρίου και Πτολεμαΐδας 5
Το ισχυρότερο οικονομικό επιχείρημα της κυβερνητικής πλευράς αφορά το πραγματικό κόστος παραγωγής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Νίκος Τσάφος, ο Άγιος Δημήτριος έχει κόστος περίπου 200 ευρώ/MWh, ενώ η Πτολεμαΐδα 5 περίπου 130 ευρώ/MWh, με τα σημερινά επίπεδα κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂.
Εδώ ακριβώς εντοπίζει και το βασικό πρόβλημα της πρότασης να βγει ο λιγνίτης από το Χρηματιστήριο Ενέργειας και να αποζημιώνεται βάσει κόστους: κάποιος θα πρέπει τελικά να καλύψει τη διαφορά.
Το ερώτημα συνεπώς μεταφέρεται από το εάν μπορεί θεσμικά να δημιουργηθεί ένας διαφορετικός μηχανισμός αποζημίωσης στο ποιος θα αναλάβει το οικονομικό βάρος του: η αγορά, ο κρατικός προϋπολογισμός ή τελικά οι καταναλωτές.
Η Πτολεμαΐδα 5 και το φυσικό αέριο
Η κυβερνητική πλευρά δεν αρνείται ότι υπάρχουν χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες η Πτολεμαΐδα 5 μπορεί να ανταγωνιστεί τις μονάδες φυσικού αερίου. Αυτό μπορεί να συμβεί ιδιαίτερα όταν το φυσικό αέριο βρίσκεται σε πολύ υψηλές τιμές.
Η ένσταση Τσάφου είναι διαφορετική: θεωρεί ότι μια πρόσκαιρη ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για τη νομοθετική κατοχύρωση της λειτουργίας μιας μονάδας για περισσότερες από δύο δεκαετίες.
«Υπάρχουν κάποιες συγκυρίες που η Πτολεμαΐδα 5 βγαίνει», αναγνωρίζει, αντιπαραβάλλοντας όμως ότι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ οδηγεί στη διατήρησή της έως το 2049. Χρησιμοποιεί μάλιστα το παράδειγμα ενός καταστήματος που επειδή «βγάζει τα λεφτά» την Κυριακή του Πάσχα δεν σημαίνει ότι είναι βιώσιμο για πάντα.