Την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις εταιρείες που λειτουργούν φωτοβολταϊκά πάρκα, τόσο για την έδρα όσο και για κάθε εγκατάσταση που λογίζεται ως υποκατάστημα, ζητά ο Σύνδεσμος Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά (ΣΠΕΦ), ενόψει των εξαγγελιών του πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Με επιστολή του προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, η οποία κοινοποιείται στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο ΣΠΕΦ ζητά η κατάργηση να εφαρμοστεί ήδη από το φορολογικό έτος 2026, ώστε η ελάφρυνση να αποτυπωθεί στις χρηματορροές των παραγωγών από το 2027.
Το αίτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον κλάδο των φωτοβολταϊκών, καθώς κάθε παραγωγική εγκατάσταση εκτός της έδρας μιας εταιρείας αντιμετωπίζεται φορολογικά ως υποκατάστημα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένας πλήρως αυτοματοποιημένος φωτοβολταϊκός σταθμός, χωρίς προσωπικό, εμπορική δραστηριότητα ή αυτοτελή διοικητική λειτουργία, επιβαρύνεται με τέλος επιτηδεύματος.
Η εκκρεμότητα μετά την κατάργηση για τα φυσικά πρόσωπα
Το τέλος επιτηδεύματος καταργήθηκε από το φορολογικό έτος 2024 για τα φυσικά πρόσωπα, παρέμεινε όμως σε ισχύ για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες.
Σήμερα οι εταιρείες εξακολουθούν να καταβάλλουν ετήσιο τέλος 800 ή 1.000 ευρώ για την έδρα, ανάλογα με τον πληθυσμό της περιοχής όπου αυτή βρίσκεται, καθώς και 600 ευρώ για κάθε υποκατάστημα. Το τέλος μάλιστα δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα.
Ο ΣΠΕΦ επισημαίνει ότι πρόκειται για μια πάγια φορολογική επιβάρυνση η οποία δεν συνδέεται με τον κύκλο εργασιών, την κερδοφορία ή τη φοροδοτική ικανότητα μιας επιχείρησης. Επιβάλλεται ακόμη και σε ζημιογόνες επιχειρήσεις ή εταιρείες χωρίς ουσιαστικό εισόδημα, ενώ δημιουργεί διαφορετική φορολογική μεταχείριση της ίδιας δραστηριότητας αποκλειστικά λόγω της νομικής μορφής με την οποία ασκείται.
Το «παράδοξο» των φωτοβολταϊκών
Η στρέβλωση, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στα φωτοβολταϊκά.
Μια εταιρεία που διαθέτει περισσότερα του ενός πάρκα σε διαφορετικές περιοχές της χώρας καλείται να καταβάλλει 600 ευρώ για καθένα από αυτά ως υποκατάστημα. Το ποσό επομένως πολλαπλασιάζεται ανάλογα με τον αριθμό των εγκαταστάσεων και όχι ανάλογα με την οικονομική επίδοση της εταιρείας.
Ο ΣΠΕΦ υπενθυμίζει μάλιστα την περίπτωση ενεργειακών κοινοτήτων που λειτουργούν αποκλειστικά σχήματα εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού για αυτοκατανάλωση. Πρόκειται για φορείς που μπορεί να μην πωλούν ηλεκτρική ενέργεια, να μην έχουν κύκλο εργασιών και να μην αποκτούν εισόδημα, αλλά εξακολουθούν να επιβαρύνονται με τέλος επιτηδεύματος τόσο για την έδρα όσο και για τη φωτοβολταϊκή τους εγκατάσταση.
Κατά τον Σύνδεσμο, το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι το τέλος δεν λειτουργεί ως φόρος επί της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, αλλά ως πάγια επιβάρυνση της ίδιας της ύπαρξης του νομικού προσώπου και των εγκαταστάσεών του.
Περικοπές, αρνητικές τιμές και αυξημένα κόστη
Το αίτημα έρχεται σε μία περίοδο κατά την οποία η οικονομική πίεση στους μικρομεσαίους παραγωγούς φωτοβολταϊκών έχει αυξηθεί σημαντικά.
Στο ήδη βαρύτερο περιβάλλον λειτουργίας προστίθενται οι αυξανόμενες περικοπές πράσινης παραγωγής, οι αρνητικές τιμές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, τα πρόσθετα κόστη εκπροσώπησης και εξισορρόπησης, το υψηλότερο χρηματοοικονομικό κόστος και οι αυξανόμενες ανάγκες συντήρησης των παλαιότερων εγκαταστάσεων.
Για τον ΣΠΕΦ, επομένως, η διατήρηση μιας πάγιας φορολογικής επιβάρυνσης που δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική οικονομική κατάσταση κάθε παραγωγού επιβαρύνει ιδιαίτερα τις μικρές και οικογενειακές εταιρείες του κλάδου.
Παράλληλα, ο Σύνδεσμος υπενθυμίζει ότι η σταδιακή μείωση και τελικά η πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος αποτέλεσε κυβερνητική δέσμευση για την τρέχουσα θητεία. Η κατάργησή του για τα φυσικά πρόσωπα θεωρείται το πρώτο βήμα, το οποίο πλέον ζητείται να ολοκληρωθεί και για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό εταιρική μορφή.
Οι 33.000 επαγγελματικοί φωτοβολταϊκοί σταθμοί
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κοστολόγηση της παρέμβασης που κάνει ο ΣΠΕΦ.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Συνδέσμου, στην Ελλάδα λειτουργούν περίπου 33.000 επαγγελματικοί φωτοβολταϊκοί σταθμοί. Ωστόσο, σημαντικό μέρος τους ανήκει σε φυσικά πρόσωπα και επομένως ο αριθμός των εγκαταστάσεων που εκμεταλλεύονται νομικά πρόσωπα είναι αισθητά μικρότερος.
Υπάρχουν επιπλέον επιχειρήσεις που ήδη απαλλάσσονται από το τέλος, καθώς για νομικά και φυσικά πρόσωπα με ακαθάριστα έσοδα έως 2 εκατ. ευρώ προβλέπεται απαλλαγή εφόσον έχουν αυξήσει κατά τουλάχιστον τρία δωδέκατα τον μέσο αριθμό εργαζομένων πλήρους απασχόλησης σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Έως 30 εκατ. ευρώ το δημοσιονομικό κόστος
Με αυτές τις παραδοχές, ο ΣΠΕΦ εκτιμά ότι ακόμη και με τον πλέον συντηρητικό υπολογισμό, το δημοσιονομικό κόστος από την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα υποκαταστήματα των εταιρειών φωτοβολταϊκών δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 20 εκατ. ευρώ ετησίως.
Σε αυτό προστίθενται έως 10 εκατ. ευρώ από την κατάργηση του τέλους της έδρας, με την παραδοχή ότι τα νομικά πρόσωπα που έχουν ως αποκλειστική δραστηριότητα την εκμετάλλευση επαγγελματικών φωτοβολταϊκών σταθμών δεν υπερβαίνουν τις 10.000.
Έτσι, το συνολικό δημοσιονομικό κόστος της παρέμβασης για τον φωτοβολταϊκό κλάδο υπολογίζεται από τον ΣΠΕΦ σε έως 30 εκατ. ευρώ τον χρόνο.
Πρόκειται, όπως υποστηρίζει ο Σύνδεσμος, για περιορισμένο ποσό σε σχέση με τα πρωτογενή πλεονάσματα δισεκατομμυρίων ευρώ που καταγράφει ο κρατικός προϋπολογισμός.
Το αίτημα προς την κυβέρνηση ενόψει ΔΕΘ
Ο ΣΠΕΦ ζητά συνεπώς από το οικονομικό επιτελείο να εντάξει την παρέμβαση στις φορολογικές εξαγγελίες της ΔΕΘ και να προχωρήσει στην πλήρη και άμεση κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος από το φορολογικό έτος 2026, τόσο για την έδρα όσο και για τα υποκαταστήματα των νομικών προσώπων.
Για τον κλάδο των φωτοβολταϊκών, το θέμα αποκτά πρόσθετη βαρύτητα λόγω της ιδιαίτερης δομής του: χιλιάδες αποκεντρωμένες παραγωγικές εγκαταστάσεις αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστά υποκαταστήματα, με αποτέλεσμα μια πάγια φορολογική επιβάρυνση να πολλαπλασιάζεται χωρίς να συνδέεται με τον τζίρο ή την κερδοφορία τους.
Ο Σύνδεσμος θέτει έτσι το ζήτημα όχι μόνο ως μέτρο ελάφρυνσης των παραγωγών, αλλά και ως θέμα φορολογικής ισονομίας μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων, συνέπειας προς τις κυβερνητικές δεσμεύσεις και στήριξης των μικρομεσαίων επενδύσεων στην καθαρή ενέργεια.