Το ενεργειακό κόστος επανέρχεται δυναμικά στην κορυφή της επιχειρηματικής ατζέντας ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, με τους παραγωγικούς και εμπορικούς φορείς να στέλνουν σαφές μήνυμα προς την κυβέρνηση: οι παρεμβάσεις δεν μπορούν πλέον να είναι μόνο προσωρινές και αποσπασματικές.
Ειδικότερα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ένα αυξημένο κόστος λειτουργίας, ασθενή κατανάλωση, περιορισμένη ρευστότητα και διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις, η ενέργεια αναδεικνύεται σε κοινό παρονομαστή των αιτημάτων που καταθέτει η αγορά ενόψει των κυβερνητικών εξαγγελιών από το βήμα της ΔΕΘ.
Η πίεση, μάλιστα, είναι ιδιαίτερα έντονη για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες, όπως επισημαίνει η ΓΣΕΒΕΕ, λειτουργούν από το 2010 και μετά σε ένα διαρκές περιβάλλον κρίσεων, καλούμενες να απορροφήσουν συνέπειες γεγονότων για τα οποία δεν φέρουν ευθύνη. Από τη δημοσιονομική κρίση και τα Μνημόνια έως την πανδημία, την ενεργειακή και πληθωριστική κρίση και τις νέες γεωπολιτικές αναταράξεις, η επιχειρηματικότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με διαδοχικά κύματα επιβάρυνσης.
Στο μεταξύ, η άνοδος του κόστους της ενέργειας, των καυσίμων και των πρώτων υλών συμπίπτει με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και την υποχώρηση της κατανάλωσης. Προστίθενται η αύξηση των διοικητικών βαρών, η δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση και η ενίσχυση των τάσεων συγκέντρωσης της οικονομικής δραστηριότητας, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα ασφυκτικό περιβάλλον, κυρίως για τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Η εικόνα αποτυπώνεται και στα τελευταία στοιχεία για το εμπόριο. Σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ, με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο πραγματικός τζίρος στο λιανικό εμπόριο, εξαιρουμένων των τροφίμων, των οχημάτων και των καυσίμων, μειώθηκε κατά 3,7% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, παρά την ονομαστική αύξηση κατά 1,2%.
Η μεγαλύτερη πίεση καταγράφηκε στις μεγάλες επιχειρήσεις, όπου οι πραγματικές πωλήσεις υποχώρησαν κατά 6,1%, ενώ στο σύνολο των μικρομεσαίων η μείωση διαμορφώθηκε στο 2,9%. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις σημείωσαν πτώση 3,8% και οι μικρές 3,2%, με τις μεσαίες να αποτελούν τη μοναδική εξαίρεση, καταγράφοντας αύξηση 2,3%.
Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, συνδέει αυτή την εικόνα με τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης, το υψηλό κόστος στέγασης και ενέργειας, την περιορισμένη πρόσβαση σε ρευστότητα και τη συνολική αύξηση του λειτουργικού κόστους, περιγράφοντας ένα «εκρηκτικό μείγμα» για τις επιχειρήσεις.
Από το πλαφόν έως τις ενεργειακές κοινότητες
Στο μεταξύ, η ΕΣΕΕ, στο υπόμνημα που απέστειλε ενόψει της ΔΕΘ, ζητά συγκεκριμένες παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας. Στην πρώτη γραμμή βρίσκεται η θέσπιση πλαφόν στις αυξήσεις των επαγγελματικών τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, καθώς και στοχευμένα μέτρα στήριξης για τις ενεργοβόρες εμπορικές επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η Συνομοσπονδία προτείνει ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία μέσω του ΕΣΠΑ και άλλων ευρωπαϊκών προγραμμάτων, προκειμένου οι επιχειρήσεις να μπορέσουν να επενδύσουν, μεταξύ άλλων, στην πράσινη μετάβαση και στη μείωση του ενεργειακού τους αποτυπώματος. Το ενεργειακό κόστος συνδέεται άμεσα με τη ρευστότητα και την ανταγωνιστικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και, για τον λόγο αυτό, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο φορολογικών, ασφαλιστικών και χρηματοδοτικών παρεμβάσεων.
Η ΓΣΕΒΕΕ, από την πλευρά της, θέτει ως άμεση προτεραιότητα τη συνέχιση και διεύρυνση των στοχευμένων επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων, καθώς και των ευάλωτων νοικοκυριών, για όσο διάστημα οι τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Ταυτόχρονα, καταθέτει μια σειρά από προτάσεις με περισσότερο δομικό χαρακτήρα. Μεταξύ άλλων ζητά την αποσύνδεση της αποζημίωσης των παραγωγών από το κόστος του ακριβότερου προμηθευτή, ώστε να μην εξανεμίζονται τα οφέλη από την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Προτείνει επίσης να μην διαπραγματεύεται στο χρηματιστήριο ενέργειας το σύνολο της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και τη λήψη μέτρων διαφάνειας και εξορθολογισμού της αγοράς ηλεκτρισμού, ώστε πρόσθετοι παράγοντες κόστους να μην επιβαρύνουν ανεξέλεγκτα την τελική τιμή.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η πρόταση για επιδότηση και νομοθετική διευκόλυνση της εγκατάστασης φωτοβολταϊκών μικρής κλίμακας στις ταράτσες επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αλλά και για την ανάπτυξη ενεργειακών κοινοτήτων και συνεργατικών σχημάτων παραγωγής και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Μόνιμες λύσεις ζητά το επιχειρείν
Περισσότερο στις διαρθρωτικές παρεμβάσεις εστιάζει και το ΕΒΕΑ, το οποίο έχει ζητήσει μόνιμες λύσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, αλλά και ανάπτυξη ενεργειακών κοινοτήτων επιχειρήσεων. Στις προτάσεις του περιλαμβάνονται παράλληλα μέτρα για την πράσινη μετάβαση και την κλιματική ανθεκτικότητα, ενώ μεταξύ των άμεσων κινήτρων που προτείνει συγκαταλέγονται υπεραποσβέσεις 200% για παραγωγικές, πράσινες και ψηφιακές επενδύσεις.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ, Γιάννης Μπρατάκος, έχει τοποθετήσει το υψηλό κόστος παραγωγής μεταξύ των βασικών προκλήσεων που, όπως επισημαίνει, καθιστούν αναγκαία μια νέα στρατηγική για την ελληνική οικονομία.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα που μεταφέρει και το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών. Ο πρόεδρός του, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, έχει αναδείξει το κόστος της ενέργειας, μαζί με την ακρίβεια και τα υψηλά ενοίκια, ως έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες πίεσης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι παρεμβάσεις του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, ο οποίος, στο πλαίσιο των προτάσεών του προς το οικονομικό επιτελείο, θέτει ως βασικό στόχο τον περιορισμό του λειτουργικού κόστους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Το μήνυμα
Το μήνυμα, επομένως, που εκπέμπει η αγορά λίγες ημέρες πριν από τη ΔΕΘ είναι σαφές. Οι προσεγγίσεις και τα εργαλεία μπορεί να διαφέρουν, ωστόσο οι επιχειρηματικοί φορείς συγκλίνουν σε μια βασική διαπίστωση: το ενεργειακό κόστος δεν αποτελεί ένα περιφερειακό πρόβλημα, αλλά κρίσιμο παράγοντα που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα, τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και τελικά τις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.