Μια νέα ευρωπαϊκή παρέμβαση στην αγορά ενέργειας, με στόχο αυτή τη φορά τα έκτακτα κέρδη των πετρελαϊκών ομίλων από την εκτόξευση των τιμών που προκάλεσε ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, επιχειρούν να βάλουν στην ατζέντα έξι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Γερμανία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Πολωνία και Αυστρία ζητούν να εξεταστεί η δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού μηχανισμού φορολόγησης των υπερκερδών των πετρελαϊκών εταιρειών, καθώς το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν μεταφέρεται πλέον με ιδιαίτερη ένταση στις τιμές των καυσίμων και στο κόστος ζωής των Ευρωπαίων.
Το θέμα αναμένεται να τεθεί επίσημα στο τραπέζι των υπουργών Οικονομικών της ΕΕ στη συνάντηση που θα πραγματοποιηθεί στο Δουβλίνο στις 18 και 19 Σεπτεμβρίου.
Η κοινή επιστολή των έξι
Οι υπουργοί Οικονομικών των έξι χωρών απέστειλαν επιστολή στην ιρλανδική προεδρία της ΕΕ, ζητώντας να συμπεριλάβει το ζήτημα στην ημερήσια διάταξη του επόμενου Ecofin.
Το βασικό επιχείρημά τους είναι ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα από τα μεγαλύτερα σοκ προσφοράς των τελευταίων δεκαετιών, την ώρα που η κοινωνική δυσαρέσκεια για το αυξανόμενο κόστος ζωής εντείνεται.
Παράλληλα, οι έξι κυβερνήσεις εκτιμούν ότι τα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα σε εθνικό επίπεδο δεν έχουν καταφέρει να μειώσουν ή να σταθεροποιήσουν σε μόνιμη βάση τις τιμές για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η πρόταση επιχειρεί επομένως να μεταφέρει ένα μέρος του κόστους της κρίσης στις επιχειρήσεις που εμφανίζουν έκτακτα κέρδη εξαιτίας της αναταραχής στις διεθνείς αγορές πετρελαίου.
Diesel +70% από την έναρξη του πολέμου
Τα στοιχεία που συνοδεύουν την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία δείχνουν το μέγεθος της ανατροπής που έχει συντελεστεί στις αγορές ενέργειας μετά την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου.
Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου βρίσκονται περίπου 25% υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών. Ακόμη μεγαλύτερη, όμως, είναι η πίεση στα διυλισμένα προϊόντα.
Στην Ευρώπη, οι τιμές του diesel έχουν αυξηθεί περισσότερο από 70% από την έναρξη του πολέμου, ενώ η βενζίνη καταγράφει άνοδο περίπου 20%.
Η διαφοροποίηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς το diesel εξακολουθεί να αποτελεί βασικό καύσιμο για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές, τη βιομηχανία και σημαντικό τμήμα του ευρωπαϊκού στόλου οχημάτων. Η άνοδός του συνεπώς δεν περιορίζεται στα πρατήρια, αλλά περνά σταδιακά στο συνολικό κόστος μεταφοράς και παραγωγής.
Επιστρέφει το μοντέλο του 2022
Η πρωτοβουλία παραπέμπει ευθέως στις παρεμβάσεις που είχε πραγματοποιήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την ενεργειακή κρίση του 2022 και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τότε, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν καταφύγει σε έκτακτες εισφορές και μηχανισμούς ανάκτησης υπερκερδών προκειμένου να χρηματοδοτήσουν μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Αυτή τη φορά, όμως, οι έξι χώρες επιδιώκουν ένα περισσότερο στοχευμένο και, κυρίως, ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Στην επιστολή τους ζητούν να εξεταστούν τα διδάγματα του 2022, αλλά και να πραγματοποιηθεί ειδικότερη ανάλυση για το πώς θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στον μηχανισμό τα κέρδη που καταγράφουν οι πολυεθνικές πετρελαϊκές εταιρείες εκτός της χώρας στην οποία φορολογούνται.
Αυτό είναι και ένα από τα δυσκολότερα τεχνικά σημεία της συζήτησης, καθώς οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι δραστηριοποιούνται σε δεκάδες δικαιοδοσίες και σημαντικό μέρος της κερδοφορίας τους μπορεί να δημιουργείται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το δύσκολο ερώτημα: ποιο κέρδος είναι «υπερκέρδος»
Η συζήτηση αναμένεται να είναι δύσκολη. Για να υπάρξει ένας κοινός ευρωπαϊκός μηχανισμός θα πρέπει πρώτα να συμφωνηθεί ποια κέρδη θεωρούνται έκτακτα, ποια περίοδος θα χρησιμοποιηθεί ως βάση σύγκρισης, ποιος φορολογικός συντελεστής θα εφαρμοστεί και πώς θα αντιμετωπιστούν οι πολυεθνικοί όμιλοι.
Παράλληλα, θα πρέπει να αποφευχθεί το ενδεχόμενο διαφορετικών εθνικών φόρων που θα δημιουργούσαν άνισους όρους ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά.
Ακριβώς γι’ αυτό οι έξι χώρες ζητούν κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση αντί για ένα νέο κύμα ασύνδετων εθνικών παρεμβάσεων.
Τα έσοδα μπορούν να γίνουν ασπίδα για καταναλωτές και επιχειρήσεις
Πίσω από την πρόταση βρίσκεται και ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό ζήτημα: η χρηματοδότηση των μέτρων στήριξης.
Καθώς η διάρκεια της κρίσης παραμένει αβέβαιη, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με το δίλημμα είτε να αφήσουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος να περάσει στους καταναλωτές είτε να χρηματοδοτήσουν επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις επιβαρύνοντας τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Η φορολόγηση των έκτακτων κερδών των πετρελαϊκών θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για παρεμβάσεις στις τιμές των καυσίμων ή για στοχευμένη στήριξη επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν ήδη κινηθεί με μειώσεις φόρων ή άλλες παρεμβάσεις για να περιορίσουν την επιβάρυνση από τα καύσιμα.
Το πρώτο μεγάλο τεστ στις 18-19 Σεπτεμβρίου
Η συνάντηση του Δουβλίνου θα δείξει εάν η πρωτοβουλία των έξι μπορεί να εξελιχθεί σε ευρωπαϊκή πολιτική ή αν θα προσκρούσει στις διαφορετικές προσεγγίσεις των κρατών-μελών.
Η πολιτική πίεση πάντως αυξάνεται όσο οι υψηλές τιμές του πετρελαίου και, κυρίως, του diesel διατηρούνται.
Με τον αποκλεισμό του Ορμούζ να έχει μετατρέψει μια γεωπολιτική κρίση σε νέο ενεργειακό σοκ για την Ευρώπη, η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από το πώς θα περιοριστούν οι τιμές στο ποιος τελικά θα πληρώσει το κόστος τους.
Και οι έξι χώρες που ανοίγουν τώρα τη συζήτηση έχουν ήδη δώσει τη δική τους απάντηση: ένα μεγαλύτερο μέρος του λογαριασμού πρέπει να περάσει στις πετρελαϊκές εταιρείες που επωφελούνται από την εκτίναξη των διεθνών τιμών.