Στις 27 Οκτωβρίου έχουμε εκλογές στο Ισραήλ. Λίγες εβδομάδες μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Στις 18 Απριλίου προεδρικές εκλογές στη Γαλλία. Ενδιαμέσως πολύ πιθανό να έχει πέσει η κυβέρνηση Μερτς στη Γερμανία. Ήδη ο θόρυβος που έχει προκαλέσει ο πρόσφατος εκλογικός θρίαμβος του AFD στην Σαξωνία προκαλεί τριγμούς στο γερμανικό πολιτικό σκηνικό. Πολλοί εκτιμούν ήδη ότι το νέο ευρωπαϊκό τοπίο που διαμορφώνεται θα κάνει αδύνατη την συμφωνία για το νέο ευρωπαϊκό πολυετές χρηματοδοτικό πλαίσιο. Ακόμα πιο δύσκολη την εξεύρεση συναίνεσης για το πρόσωπο που θα διαδεχθεί την Κριστίν Λαγκάρντ στο τιμόνι της ΕΚΤ.
Όλα αυτά προμηνύουν πολιτική αστάθεια που θα προστεθεί στην γεωπολιτική και οικονομική αστάθεια που ήδη υπάρχει και φέρνει ακρίβεια, νέα έξαρση του πληθωρισμού και συνακόλουθα αύξηση των επιτοκίων με επιπτώσεις στο επενδυτικό κλίμα.
Η παγκόσμια οικονομία μετά το καλοκαίρι βρίσκεται στις πρώτες εβδομάδες μιας άγνωστου βάθους και διάρκειας κρίση, πολύ πιο σκληρή από όσο αναμένονταν μερικές εβδομάδες πριν και με μοναδικά χαρακτηριστικά. Ταυτόχρονα, ενεργειακή αλλά και κρίση χρέους (ή αλλιώς κρίσης ομολόγων), χωρίς να αποκλείεται το επόμενο διάστημα να μολύνει και άλλους χώρους όπως τον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Εγχωρίως επιμένουμε να βρισκόμαστε στον «δικό μας κόσμο». Λίγο πιο προσγειωμένοι από το παρελθόν, αλλά και με τους πολίτες σε «λειτουργία» (mode) απαισιοδοξίας σταθερά εδώ και χρόνια, να δείχνουν πιο προετοιμασμένοι από τους πολιτικούς για αυτά που έρχονται. Μένει να αποδείξουν και οι ίδιοι τις αντιστάσεις που θα δείξουν το επόμενο διάστημα στις «εύκολες» λύσεις που θα τους παρουσιαστούν ως αντίδοτο αντιμετώπισης της κρίσης.
Το πιο πρόσφατο επικίνδυνο ωστόσο γεγονός για την ευστάθεια της ελληνικής οικονομίας, είναι η ακραία όξυνση που παρατηρείται στο εγχώριο επιχειρηματικό σκηνικό. Η τοξικότητα που παλιά βρίσκαμε στην πολιτική είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που εκδηλώνεται σταθερά αρχικά υπόκωφα και τελευταία με περισσότερο θόρυβο εδώ και μερικούς μήνες μεταξύ των μεγάλων του εγχώριου επιχειρείν.
Συγκρούσεις συμφερόντων ασφαλώς υπήρχαν πάντοτε. Όπως υπήρχαν ανταγωνισμοί για δημόσια έργα, στις τράπεζες, στην ενέργεια, για την πολιτική επιρροή. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι επιχειρηματικές διαφορές μετατρέπονται σε πόλεμο εξόντωσης και όταν οι θεσμοί καλούνται να πάρουν θέση όχι με βάση τους κανόνες, αλλά σύμφωνα με τον συσχετισμό ισχύος.
Σε μια ήρεμη εποχή, αυτή η σύγκρουση θα ήταν απλώς επιζήμια. Στην περίοδο που έρχεται, μπορεί να αποδειχθεί αποσταθεροποιητική. Η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίσει μια διεθνή κρίση με ένα πολιτικό σύστημα εγκλωβισμένο στον λαϊκισμό και ένα επιχειρηματικό σύστημα βυθισμένο σε εμφύλιο πόλεμο.