Μενού Ροή
Επέστρεψε στον χειμώνα του 2022 η αγορά καυσίμων - Σε αναβρασμό η Ευρώπη – Οι «πρωταθλητές» των τιμών και το Γερμανικό σινιάλο μείωσης των φόρων
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Σκηνικό που θυμίζει τον δύσκολο χειμώνα του 2022 διαμορφώνεται ξανά στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας. Οι ισχυρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου μεταφέρονται πλέον στις αντλίες, στους λογαριασμούς και στο κόστος παραγωγής, προκαλώντας έντονη ανησυχία σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η μία μετά την άλλη, οι ευρωπαϊκές χώρες βλέπουν τις τιμές των καυσίμων να βγάζουν «φτερά», ενώ σε αρκετές αγορές έχουν ήδη εκδηλωθεί οι πρώτες κοινωνικές αντιδράσεις. Η ανησυχία εντείνεται από το γεγονός ότι, σε ετήσια βάση, η τιμή του πετρελαίου κινείται περίπου 55% υψηλότερα, ενώ το φυσικό αέριο έχει ανατιμηθεί κατά 135%.

Το βασικό ερώτημα που απασχολεί πλέον τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι αν η νέα ενεργειακή αναταραχή θα αποδειχθεί προσωρινή ή αν η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών τιμών, με σοβαρές συνέπειες για τον πληθωρισμό, την κατανάλωση και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.

Οι «πρωταθλητές» της ακρίβειας

Τα τελευταία συγκριτικά στοιχεία για τις τιμές των καυσίμων αποτυπώνουν το μέγεθος των πιέσεων. Στη βενζίνη, οι υψηλότερες μέσες λιανικές τιμές καταγράφονται στη Δανία, στην Ολλανδία και στη Γερμανία, όπου προσεγγίζουν ακόμη και τα 2,60 ευρώ το λίτρο.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στο πετρέλαιο κίνησης. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές αγορές η τιμή ξεπερνά τα 2,50 ευρώ το λίτρο, με τη Δανία, τη Φινλανδία και την Ολλανδία να βρίσκονται στις πρώτες θέσεις της σχετικής κατάταξης.

Η Ελλάδα δεν έχει μείνει αλώβητη. Με μέση τιμή αμόλυβδης που πλησιάζει τα 2,16 ευρώ το λίτρο, βρίσκεται στην έκτη θέση μεταξύ των ακριβότερων αγορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εικόνα είναι σχετικά καλύτερη στο ντίζελ κίνησης, όπου η χώρα κατατάσσεται περίπου στη δωδέκατη θέση και κινείται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 2,158 ευρώ ανά λίτρο.

Καθοριστικό ρόλο στην τελική τιμή που πληρώνει ο Έλληνας καταναλωτής παίζει η φορολογία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Tax Foundation για το 2026, ο ειδικός φόρος στη βενζίνη στην Ελλάδα ανέρχεται σε 0,700 ευρώ ανά λίτρο και είναι ο πέμπτος υψηλότερος στην Ευρώπη. Υψηλότερους συντελεστές εφαρμόζουν μόνο η Ολλανδία, η Δανία, η Ιταλία και η Ιρλανδία.

Στο πετρέλαιο κίνησης, αντιθέτως, ο ελληνικός ΕΦΚ διαμορφώνεται στα 0,410 ευρώ ανά λίτρο, κατατάσσοντας τη χώρα στη 17η θέση. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 0,468 ευρώ. Πάνω σε αυτές τις επιβαρύνσεις προστίθεται ΦΠΑ 24%, έναντι μέσου ευρωπαϊκού συντελεστή περίπου 22%.

Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα ξεκινά τη νέα κρίση από μια ιδιαίτερα δυσμενή αφετηρία: κάθε αύξηση στη διεθνή τιμή και στην τιμή διυλιστηρίου προστίθεται σε μια ήδη υψηλή φορολογική βάση.

Το Eurogroup και η γραμμή των Βρυξελλών

Παρότι οι ενεργειακές εξελίξεις δεν περιλαμβάνονται επισήμως στην ατζέντα του Eurogroup, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα απασχολήσουν τη συζήτηση των υπουργών Οικονομικών. Οι κυβερνήσεις αναζητούν ήδη τρόπους περιορισμού των επιπτώσεων στα εισοδήματα και στην πραγματική οικονομία, ενώ οι πιέσεις για νέα μέτρα αυξάνονται όσο ανεβαίνουν οι τιμές στις αντλίες.

Οι πληροφορίες από τις Βρυξέλλες, πάντως, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για μια νέα, γενικευμένη ευρωπαϊκή παρέμβαση αντίστοιχη με εκείνη της περιόδου 2022-2023.

Η γραμμή της Κομισιόν παραμένει σαφής: τα μέτρα θα πρέπει να είναι στοχευμένα στους πιο ευάλωτους, προσωρινά και δημοσιονομικά ελεγχόμενα. Οι Βρυξέλλες δεν επιθυμούν οριζόντιες μειώσεις φόρων ή επιδοτήσεις που θα επιβαρύνουν μόνιμα τους κρατικούς προϋπολογισμούς και θα εξασθενήσουν τα κίνητρα εξοικονόμησης ενέργειας.

Το σκεπτικό είναι ότι οι παρεμβάσεις της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης κόστισαν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, αυξάνοντας τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος. Μια επιστροφή σε πολιτικές γενικευμένης δημοσιονομικής στήριξης θα μπορούσε να ανησυχήσει τις αγορές και να προκαλέσει νέες πιέσεις στα κρατικά ομόλογα.

Κοινοτικές πηγές επισημαίνουν, παράλληλα, ότι η δημοσιονομική αυτοσυγκράτηση των τελευταίων μηνών έχει δημιουργήσει σε αρκετές χώρες έναν περιορισμένο χώρο για τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων. Δεν υπάρχει όμως αντίστοιχο περιθώριο για επιδοτήσεις προς όλους, ανεξαρτήτως εισοδήματος και κατανάλωσης.

Η γερμανική συζήτηση για μείωση του ΦΠΑ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η συζήτηση στη Γερμανία για προσωρινή μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα από το 19% στο 7%.

Μια τέτοια απόφαση από τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης θα μπορούσε να ενισχύσει τις πιέσεις προς τις υπόλοιπες κυβερνήσεις για ανάλογες παρεμβάσεις. Ωστόσο, οι σχετικές δηλώσεις της Γερμανίδας υπουργού Οικονομίας φαίνεται ότι δεν εκφράζουν ενιαία κυβερνητική θέση.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών διαφωνεί με τη μείωση του ΦΠΑ, καθώς ανησυχεί για το δημοσιονομικό κόστος αλλά και για την αποτελεσματικότητα ενός οριζόντιου μέτρου. Η συζήτηση εξελίσσεται έτσι σε μια ακόμη εστία έντασης στο εσωτερικό της γερμανικής κυβέρνησης.

Το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας προβλέπει τη δυνατότητα ενεργοποίησης ευρωπαϊκής ή εθνικής ρήτρας διαφυγής από τις οροφές δαπανών. Η δυνατότητα αυτή, όμως, συνδέεται με εξαιρετικές περιστάσεις και σοβαρή επιδείνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Με τα σημερινά δεδομένα δεν υπάρχει ακόμη επίσημη εκτίμηση ύφεσης που να δικαιολογεί μια γενικευμένη δημοσιονομική χαλάρωση.

Το μεγαλύτερο καμπανάκι έρχεται από το φυσικό αέριο

Η άνοδος της βενζίνης και του ντίζελ αποτελεί μόνο τη μία πλευρά της νέας ενεργειακής κρίσης. Το φυσικό αέριο μπορεί να εξελιχθεί στον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ευρωπαϊκή οικονομία, ειδικά εάν οι σημερινές γεωπολιτικές και εφοδιαστικές πιέσεις διατηρηθούν έως τον χειμώνα.

Σύμφωνα με ανάλυση του Institute for Energy Economics and Financial Analysis, η Ευρώπη οδεύει προς τη χειμερινή περίοδο με υψηλές τιμές, αυξημένο γεωπολιτικό κίνδυνο και αποθέματα φυσικού αερίου στα χαμηλότερα επίπεδα για τη συγκεκριμένη εποχή από το 2011.

Στο ήδη δύσκολο αυτό περιβάλλον προστίθεται ο ανταγωνισμός με τους Ασιάτες αγοραστές για τα διαθέσιμα φορτία LNG. Η Ευρώπη καλείται να προσφέρει υψηλότερες τιμές για να προσελκύσει ευέλικτα φορτία, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταφέροντας το πρόσθετο κόστος στους λογαριασμούς φυσικού αερίου και ηλεκτρικού ρεύματος.

Οι βασικοί κίνδυνοι για τον χειμώνα είναι πολλοί:

  • η παράταση των προβλημάτων στη διαμετακόμιση LNG μέσω των Στενών του Ορμούζ,
  • η επιθετικότερη ζήτηση από την Ασία για αμερικανικό LNG,
  • η νέα έξαρση της μεταβλητότητας των τιμών,
  • η διατήρηση των αποθεμάτων σε χαμηλά επίπεδα,
  • ένας βαρύτερος από τον αναμενόμενο χειμώνας,
  • πιθανές διακοπές στην τροφοδοσία από τη Νορβηγία ή άλλους βασικούς παραγωγούς,
  • και η παρεμπόδιση πρόσθετων κρίσιμων θαλάσσιων οδών.

Οι αμερικανικές εταιρείες αυξάνουν τις αποστολές προς την Ευρώπη, επιχειρώντας να καλύψουν μέρος των ποσοτήτων που χάθηκαν από το Κατάρ. Ωστόσο, η κατεύθυνση των spot φορτίων καθορίζεται κυρίως από την υψηλότερη προσφορά. Εάν οι ασιατικές αγορές πληρώσουν περισσότερο, τα δεξαμενόπλοια μπορούν να αλλάξουν προορισμό.

Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές εταιρείες αναζητούν μικρότερες ποσότητες από ένα ευρύτερο δίκτυο προμηθευτών, μεταξύ των οποίων η Αλγερία, η Νιγηρία, η Μαυριτανία, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και το Μεξικό.

Η διαφοροποίηση περιορίζει τον κίνδυνο πλήρους διακοπής του εφοδιασμού, δεν λύνει όμως το βασικό πρόβλημα: η Ευρώπη εξακολουθεί να διεκδικεί φορτία των οποίων ούτε τη διαθεσιμότητα ούτε την τιμή μπορεί να ελέγξει.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας