Η ενεργειακή μετάβαση δεν αφορά μόνο την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των νέων τεχνολογιών. Αφορά εξίσου την εξασφάλιση των πρώτων υλών που απαιτούνται για να υλοποιηθεί. Σε αυτό το νέο ενεργειακό και γεωπολιτικό περιβάλλον, ο ελληνικός εξορυκτικός κλάδος αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για την ασφάλεια εφοδιασμού, τη βιομηχανική ανάπτυξη και την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία.
Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα στο έντυπο του απολογισμού του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων που επιμελήθηκε η Υπεύθυνη Πολιτικής του Συνδέσμου κ Κυριακή Τσίχλα.
Πιο συγκεκριμένα, τα στοιχεία του απολογισμού του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ) για το 2025 επιβεβαιώνουν ότι ο κλάδος διατηρεί ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, παρά τη συνεχιζόμενη μείωση της λιγνιτικής δραστηριότητας, αλλά και των θεσμικών προκλήσεων που υπάρχουν (χωροταξικό, λατομικός κώδικας κτλ).
Σε κάθε περίπτωση, η παραγωγή βιομηχανικών ορυκτών και μεταλλευμάτων παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ενώ η εξαγωγική δραστηριότητα συνεχίζει να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής εξορυκτικής βιομηχανίας.
Οι πρώτες ύλες της ενεργειακής μετάβασης
Όπως πάντως, τονίζει ο ΣΜΕ, η συζήτηση για την πράσινη ανάπτυξη συνήθως επικεντρώνεται στις επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες, δίκτυα και συστήματα αποθήκευσης. Ωστόσο, πίσω από κάθε ενεργειακή υποδομή βρίσκονται ορυκτές πρώτες ύλες που θεωρούνται απαραίτητες για την κατασκευή και λειτουργία τους.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα συνεχίζει να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παραγωγή βιομηχανικών ορυκτών, διατηρώντας την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τον περλίτη και τον μπεντονίτη. Πρόκειται για υλικά που χρησιμοποιούνται σε πλήθος βιομηχανικών εφαρμογών, συμβάλλοντας στην ενεργειακή αποδοτικότητα, στις κατασκευές και στις περιβαλλοντικές τεχνολογίες.
Παράλληλα, η υψηλή παραγωγή και ο σχεδόν απόλυτα εξαγωγικός προσανατολισμός των συγκεκριμένων προϊόντων αναδεικνύουν τη σημασία της χώρας στον ευρωπαϊκό εφοδιασμό πρώτων υλών.
Εξορύξεις και ενεργειακή ασφάλεια
Την ίδια στιγμή, ο μεταλλευτικός τομέας καταγράφει ισχυρές επιδόσεις σε χρυσοφόρο πυρίτη, ψευδάργυρο και αργυρούχο μόλυβδο, με το σύνολο σχεδόν της παραγωγής να κατευθύνεται σε διεθνείς αγορές.
Οι επιδόσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από τρίτες χώρες για κρίσιμες πρώτες ύλες και βιομηχανικά μέταλλα. Η Ελλάδα ενισχύει τη θέση της ως αξιόπιστος προμηθευτής, συμμετέχοντας ενεργά στην ευρωπαϊκή προσπάθεια για μεγαλύτερη ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η δύσκολη εξίσωση της απολιγνιτοποίησης
Επίσης, με βάση τον ΣΜΕ, το 2025 σηματοδότησε ακόμη ένα βήμα στην πορεία απολιγνιτοποίησης της χώρας. Η παραγωγή λιγνίτη συνεχίζει να μειώνεται, καθώς η Ελλάδα προχωρά στον μετασχηματισμό του ενεργειακού της μείγματος προς καθαρότερες μορφές ενέργειας.
Ωστόσο, η διεθνής ενεργειακή εμπειρία των τελευταίων ετών έχει αναδείξει και μια άλλη διάσταση: την ανάγκη διατήρησης εφεδρειών για τη διασφάλιση της επάρκειας του συστήματος.
Παρά, όμως, τη σταδιακή υποχώρησή του, ο λιγνίτης εξακολουθεί να λειτουργεί ως παράγοντας ενεργειακής ασφάλειας, προσφέροντας εφεδρική ισχύ όταν απαιτείται. Παράλληλα, συνεχίζονται οι εργασίες αποκατάστασης των εξορυκτικών περιοχών και η απόδοση εκτάσεων στο Δημόσιο για νέες παραγωγικές και αναπτυξιακές χρήσεις.
Αυξημένη ζήτηση από υποδομές και βιομηχανία
Η ανάπτυξη των ενεργειακών και κατασκευαστικών έργων δημιουργεί αυξημένες ανάγκες σε πρώτες ύλες και δομικά υλικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΜΕ, η ζήτηση για αδρανή υλικά, τσιμέντο, βιομηχανικά ορυκτά και μεταλλευτικά προϊόντα συνέβαλε στην αύξηση του κύκλου εργασιών πολλών επιχειρήσεων του κλάδου.
Ουσιαστικά, η σύνδεση μεταξύ εξορυκτικής δραστηριότητας και ενεργειακών επενδύσεων γίνεται ολοένα και πιο εμφανής, καθώς μεγάλα έργα υποδομών, δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, εγκαταστάσεις ΑΠΕ και έργα αποθήκευσης απαιτούν σημαντικές ποσότητες ορυκτών πόρων.
Η Ελλάδα στον ευρωπαϊκό χάρτη των κρίσιμων πρώτων υλών
Παράλληλα. η στρατηγική σημασία του ελληνικού εξορυκτικού τομέα ενισχύεται από τις νέες ευρωπαϊκές πολιτικές για τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή και επεξεργασία ορυκτών, ώστε να μειώσει την εξάρτησή της από εισαγωγές και να υποστηρίξει τους στόχους της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα που μπορούν να αξιοποιηθούν περαιτέρω, τόσο μέσω της αξιοποίησης υφιστάμενων κοιτασμάτων όσο και μέσω νέων επενδύσεων σε τεχνολογίες εξόρυξης και επεξεργασίας.
Σημειώνεται ότι η χώρα διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα χαλκού, χρυσού και αργύρου, τα οποία μπορούν να συμβάλουν στη διαφοροποίηση των ευρωπαϊκών εφοδιαστικών αλυσίδων. Ειδικότερα, η Βόρεια Ελλάδα αναδεικνύεται σε δυναμικό βιομηχανικό κόμβο σύγχρονης μεταλλευτικής δραστηριότητας, συνδυάζοντας εξορυκτική παραγωγή, επενδύσεις, τεχνογνωσία και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Χαρακτηριστικά. το έργο των Σκουριών, μέρος των Μεταλλείων Κασσάνδρας στη Χαλκιδική, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα βιομηχανικά έργα που υλοποιούνται σήμερα στην Ελλάδα και συγχρόνως ένα από τα πλέον στρατηγικά έργα παραγωγής χαλκού και χρυσού στην Ευρώπη.
Με συνολική επενδυτική δαπάνη που υπερβαίνει τα 3 δισ. δολάρια, οι Σκουριές σηματοδοτούν τη μετάβαση του ελληνικού μεταλλευτικού κλάδου σε νέα φάση ανάπτυξης. Από ένα μεγάλο κατασκευαστικό έργο, μετατρέπονται το 2026 σε ώριμη παραγωγική επένδυση, με σαφές οικονομικό και βιομηχανικό αποτύπωμα.
Με την έναρξη παραγωγής το τρίτο τρίμηνο του 2026, το έργο αναμένεται να τοποθετήσει την Ελλάδα στον διεθνή χάρτη παραγωγών χαλκού. Η εκτιμώμενη μέση ετήσια παραγωγή φτάνει τα 67 εκατ. λίβρες χαλκού και τις 140.000 ουγγιές χρυσού.
Η ποσότητα χαλκού αντιστοιχεί σε υλικά ικανά να υποστηρίξουν την παραγωγή περίπου 420.000 ηλεκτρικών οχημάτων, καθώς και σημαντικές υποδομές καλωδιώσεων, ενεργειακών δικτύων και βιομηχανικού εξοπλισμού.
Το έργο ξεχωρίζει όχι μόνο για την κλίμακά του αλλά και για τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά του. Περιλαμβάνει ψηφιακά υποστηριζόμενη εξόρυξη, αυτοματοποιημένες λειτουργίες, προηγμένη περιβαλλοντική διαχείριση, circular mining πρακτικές και σύγχρονες τεχνικές στερεοποίησης καταλοίπων.