Η επιστροφή της συζήτησης για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα περνά πλέον από το επίπεδο της θεωρητικής προσέγγισης σε μια πρώτη φάση στρατηγικού σχεδιασμού, με την κυβέρνηση να αναγνωρίζει ότι οφείλει να προετοιμαστεί έγκαιρα για τις τεχνολογικές και ενεργειακές εξελίξεις των επόμενων δεκαετιών.
Το στίγμα αυτής της νέας προσέγγισης έδωσε ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος, μιλώντας στην εκδήλωση με θέμα «Η Ελλάδα στη Νέα Εποχή της Πυρηνικής Ενέργειας», που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 29 Μαΐου 2026 στο Ίδρυμα Ευγενίδου, υπό τον συντονισμό του καθηγητή και αντεπιστέλλοντος μέλους της Ακαδημίας Αθηνών Κώστα Αρκουμάνη. Την εκδήλωση διοργάνωσαν οι Consolidated Contractors Company, SMR Consulting, Athlos Energy και International Chamber of Commerce Hellas.
Ο υφυπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει ήδη επιτύχει θεαματική πρόοδο στην πράσινη μετάβαση, σημειώνοντας ότι η παραγωγή από λιγνίτη έχει μειωθεί πάνω από 98%, ενώ η χώρα βρίσκεται τρίτη παγκοσμίως στα φωτοβολταϊκά και ένατη στα αιολικά. Παράλληλα, όπως είπε, η Ελλάδα διαθέτει σήμερα την έβδομη χαμηλότερη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν το 2019 κατείχε την ακριβότερη χονδρική αγορά στην Ευρώπη.
Ωστόσο, ο ίδιος εξήγησε ότι το βασικό ζήτημα που επαναφέρει τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια είναι η στοχαστικότητα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Όπως ανέφερε, η ημερήσια παραγωγή από αιολικά πάρκα παρουσίασε την προηγούμενη χρονιά διακύμανση από 2 έως 78 γιγαβατώρες, ενώ αντίστοιχα η ηλιακή παραγωγή κυμάνθηκε από 2,6 έως 54 γιγαβατώρες.
«Η διακύμανση αυτή δημιουργεί το ερώτημα τι κάνεις εκείνη την ημέρα», σημείωσε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι σήμερα η βασική απάντηση για την Ελλάδα είναι η αποθήκευση ενέργειας μέσω αντλησιοταμίευσης, υδροηλεκτρικών και μπαταριών, με το φυσικό αέριο να συνεχίζει να λειτουργεί ως εφεδρικό σύστημα ασφάλειας.
Ο κ. Τσάφος ξεκαθάρισε ότι η πυρηνική τεχνολογία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες, καθυστερήσεις και αβεβαιότητες ως προς το τελικό κόστος, ωστόσο διεθνώς καταγράφεται επιστροφή επενδυτικού ενδιαφέροντος. «Λέμε μήπως πρέπει να το ξαναδούμε, να εξετάσουμε ποιες είναι οι επιλογές, αν χωράει στο σύστημα και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στόχος της κυβέρνησης δεν είναι η άμεση δρομολόγηση πυρηνικού προγράμματος, αλλά η δημιουργία των κατάλληλων θεμελίων ώστε η χώρα να είναι προετοιμασμένη όταν οι τεχνολογίες ωριμάσουν και οι συνθήκες καταστούν ευνοϊκές. «Δεν θέλουμε να χρειαστεί να ξεκινήσουμε από το μηδέν», τόνισε, περιγράφοντας ουσιαστικά την ανάγκη διαμόρφωσης ενός πρώτου πλαισίου εθνικής στρατηγικής.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στο ζήτημα της επιστημονικής και θεσμικής προετοιμασίας της χώρας. Ο πρόεδρος του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», Γιώργος Καρκαλέτσης, υπενθύμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει ιστορική επιστημονική παράδοση στον τομέα, καθώς πριν από σχεδόν 70 χρόνια λειτούργησε στον «Δημόκριτο» ο πρώτος ερευνητικός αντιδραστήρας της χώρας.
Όπως είπε, η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα είναι η ανασυγκρότηση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, καθώς πολλοί από τους παλαιούς ερευνητές έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί ή εργάζονται στο εξωτερικό. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη ανεξάρτητης επιστημονικής τεκμηρίωσης για κρίσιμα ζητήματα, όπως η διαχείριση αποβλήτων και η ασφάλεια εγκαταστάσεων.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, Δημήτρης Χουδιάδας, ο οποίος στάθηκε στη σημασία της πρόσφατης συμφωνίας συνεργασίας με τη Γαλλία και στην ανάγκη δημιουργίας ρυθμιστικής ετοιμότητας. Όπως εξήγησε, η χώρα διαθέτει εμπειρία σε ελέγχους και αξιολογήσεις για βιομηχανικές εγκαταστάσεις, όχι όμως ακόμη για πλήρη πυρηνική εγκατάσταση.
«Χρειάζεται εκπαίδευση ανθρώπων στη δουλειά, εκπαίδευση στις αρμόδιες αρχές και τεχνογνωσία στους κύκλους αδειοδότησης», σημείωσε, φέρνοντας ως παράδειγμα την Πολωνία, η οποία έχει ήδη αναπτύξει συνεργασίες με ΗΠΑ και Γαλλία για την ανάπτυξη του δικού της πυρηνικού προγράμματος.
Οι παρεμβάσεις των συμμετεχόντων ανέδειξαν ότι η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο διερεύνησης των επιλογών της, χωρίς να υπάρχει απόφαση για υλοποίηση πυρηνικών έργων. Ωστόσο, για πρώτη φορά διαμορφώνεται οργανωμένα μια συζήτηση στρατηγικής προετοιμασίας, με επίκεντρο την ενεργειακή ασφάλεια, τη σταθερότητα του συστήματος ηλεκτροπαραγωγής και τη δημιουργία επιστημονικού και θεσμικού οικοσυστήματος για την επόμενη ημέρα.