Την πώληση ώριμων πετρελαϊκών και φυσικού αερίου περιουσιακών στοιχείων στον αμερικανικό Κόλπο του Μεξικού εξετάζει η Chevron, επιδιώκοντας να επικεντρώσει τις δραστηριότητές της σε νεότερα έργα με μεγαλύτερες προοπτικές ανάπτυξης. Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Reuters, οι ενδεχόμενες πωλήσεις θα μπορούσαν να αποφέρουν στον ενεργειακό όμιλο περίπου 1 δισ. δολάρια.
Η εταιρεία επιβεβαίωσε ότι έχει ξεκινήσει τις προπαρασκευαστικές διαδικασίες, οι οποίες αναμένεται να διαρκέσουν αρκετούς μήνες. Στα περιουσιακά στοιχεία που εξετάζεται να διατεθούν προς πώληση περιλαμβάνονται τα κοιτάσματα Petronius, Tubular Bells και Llano, καθώς και συμμετοχές σε άλλες υπεράκτιες εγκαταστάσεις παραγωγής.
Η Chevron διευκρίνισε ότι η αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου της αποσκοπεί στην καλύτερη ευθυγράμμισή του με τις στρατηγικές προτεραιότητες του ομίλου, χωρίς να υπάρχει ακόμη βεβαιότητα ότι όλες ή κάποιες από τις προγραμματισμένες πωλήσεις θα ολοκληρωθούν.
Η κίνηση εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό της εταιρείας για ενίσχυση της παραγωγής της στον αμερικανικό Κόλπο του Μεξικού. Η Chevron στοχεύει σε παραγωγή 300.000 βαρελιών ισοδυνάμου πετρελαίου ημερησίως έως το τέλος του 2026, δίνοντας έμφαση σε νεότερα έργα και νέες επενδυτικές ευκαιρίες.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το έργο Anchor, το οποίο διαθέτει την πρώτη πλατφόρμα παραγωγής της βιομηχανίας που λειτουργεί σε συνθήκες εξαιρετικά υψηλής υποθαλάσσιας πίεσης, καθώς και το Ballymore, που τέθηκε σε λειτουργία το 2025. Παράλληλα, η Chevron συνεχίζει τις έρευνες για τον εντοπισμό νέων κοιτασμάτων κοντά σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις, ενώ έχει συμμετάσχει ενεργά σε πρόσφατες δημοπρασίες δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης στον Κόλπο του Μεξικού.
Αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον
Οι συνθήκες στην αγορά ευνοούν την προσπάθεια πώλησης, καθώς το ενδιαφέρον για την αμερικανική παραγωγή ενέργειας παραμένει ισχυρό και οι υψηλές τιμές του πετρελαίου στηρίζουν τις αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων. Την Τρίτη, το αμερικανικό αργό πετρέλαιο έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων έξι μηνών.
Οι υποψήφιοι αγοραστές αναμένεται να προέρχονται κυρίως από διεθνείς εταιρείες που ειδικεύονται στην υπεράκτια παραγωγή και επιδιώκουν να ενισχύσουν την παρουσία τους στην περιοχή, καθώς και από αμερικανικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στον ίδιο τομέα. Ενδιαφέρον ενδέχεται να εκδηλώσουν και άλλες μεγάλες ενεργειακές εταιρείες.
Το Petronius ξεκίνησε παραγωγή το 2000 και το Tubular Bells το 2014. Η Chevron κατέχει πλέον το σύνολο του Tubular Bells, έχοντας αποκτήσει το υπόλοιπο ποσοστό μέσω της εξαγοράς της Hess. Στο Petronius, διαχειρίζεται την εγκατάσταση από κοινού με την Talos Energy ως εταίρο.
Στην περίπτωση του Llano, η Chevron κατέχει συμμετοχή 50%, την οποία απέκτησε επίσης μέσω της Hess. Η παραγωγή του κοιτάσματος ξεκίνησε το 2004, με διαχειρίστρια εταιρεία τη Shell.
Η πιθανή πώληση των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων σηματοδοτεί τη στροφή της Chevron προς νεότερες παραγωγικές εγκαταστάσεις, καθώς ο όμιλος επιδιώκει να ενισχύσει την αποδοτικότητα του χαρτοφυλακίου του και να αξιοποιήσει τις προοπτικές ανάπτυξης στον αμερικανικό Κόλπο του Μεξικού.
Πηγή: Reuters