Η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας υπάρχει στα χαρτιά και στους κανόνες. Στην πράξη, όμως, οι τιμές της μπορούν μέσα στην ίδια ημέρα να διαφέρουν κατά εκατοντάδες ευρώ ανά μεγαβατώρα. Τα στοιχεία για την Κυριακή 25 Οκτωβρίου αποτυπώνουν αυτή την απόσταση με τον πιο καθαρό τρόπο: οι πέντε φθηνότερες ζώνες προσφοράς της ΕΕ είχαν μέση τιμή μόλις 1,90 ευρώ/MWh, ενώ στις πέντε ακριβότερες ο μέσος όρος έφτασε τα 237,65 ευρώ/MWh. Η δεύτερη ομάδα ήταν, δηλαδή, περίπου 125 φορές ακριβότερη από την πρώτη.
Το χάσμα γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό στη σύγκριση των δύο άκρων. Στη σουηδική ζώνη SE2, η τιμή διαμορφώθηκε στα 0,48 ευρώ/MWh. Στην Ουγγαρία έφτασε τα 259,94 ευρώ/MWh. Η αναλογία ξεπερνά τις 542 φορές.
Πρόκειται για τιμές της αγοράς επόμενης ημέρας και για μία μόνο ημερομηνία. Δεν αρκούν, από μόνες τους, για να περιγράψουν τη μακροχρόνια πορεία των αγορών ή να τεκμηριώσουν ότι η Ευρώπη βρίσκεται μόνιμα σε αυτή την κατάσταση. Είναι, όμως, ένα στιγμιότυπο που δείχνει πόσο διαφορετικές μπορεί να είναι οι συνθήκες ηλεκτροπαραγωγής και η επάρκεια μεταξύ επιμέρους αγορών, ακόμη και όταν αυτές λειτουργούν μέσα στο ίδιο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Οι τιμές επηρεάζονται από έναν συνδυασμό παραγόντων: το διαθέσιμο μείγμα παραγωγής, τη ζήτηση, τον καιρό, τις βλάβες ή συντηρήσεις μονάδων και τη δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από τη μία περιοχή στην άλλη. Όταν οι διασυνδέσεις δεν επαρκούν ή τα δίκτυα κορεστούν, η φθηνότερη ενέργεια δεν μπορεί πάντα να φτάσει στις περιοχές όπου η ζήτηση και οι τιμές είναι υψηλότερες. Έτσι, η ίδια ευρωπαϊκή αγορά μπορεί να καταλήγει σε πολύ διαφορετικά επίπεδα τιμών ανάμεσα στις ζώνες της.
Η σύγκριση έχει και μια σαφή διάσταση στη συζήτηση για το κόστος των εκπομπών. Η σουηδική ζώνη SE2 και η Ουγγαρία λειτουργούν και οι δύο υπό το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS), παρά το χάσμα των 542 προς 1 στις τιμές της συγκεκριμένης ημέρας. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ETS δεν επηρεάζει το κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Δείχνει, όμως, ότι η τιμή του άνθρακα δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει τόσο μεγάλες αποκλίσεις ούτε να υποκαταστήσει τις διαφορές στην παραγωγή, στα δίκτυα και στη δυνατότητα διασυνοριακών ροών.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στα Βαλκάνια. Σε αγορές εκτός του ευρωπαϊκού ETS οι τιμές ήταν υψηλότερες ακόμη και από εκείνη της Ουγγαρίας: 261,92 ευρώ/MWh στη Σερβία, 270,64 ευρώ/MWh στη Βόρεια Μακεδονία, και 320,39 ευρώ/MWh τόσο στην Αλβανία όσο και στο Κόσοβο. Η συγκεκριμένη σύγκριση δεν επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα για τη συνολική επίδραση του ETS, αφού οι αγορές έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Αποδυναμώνει, ωστόσο, την απλουστευτική παραδοχή ότι η απουσία κόστους άνθρακα εξασφαλίζει αυτομάτως φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια.
Το κρίσιμο ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο πώς διαμορφώνονται οι χονδρεμπορικές τιμές, αλλά και αν υπάρχει αρκετή ευελιξία ώστε η ενέργεια να μεταφέρεται εκεί όπου χρειάζεται. Η επέκταση των διασυνδέσεων, η ενίσχυση των δικτύων, η αποθήκευση και η διαθέσιμη παραγωγή είναι παράγοντες που μπορούν να περιορίσουν τις τοπικές ελλείψεις και τις απότομες αποκλίσεις. Απαιτούν, όμως, επενδύσεις και σταθερούς κανόνες.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης για την αποδυνάμωση της τιμολόγησης του άνθρακα. Μπορεί να μειώσει ένα μέρος του κόστους για ορισμένες μονάδες, δεν κατασκευάζει όμως νέες διασυνδέσεις ούτε προσθέτει αποθήκευση και ευέλικτη παραγωγή. Αντίθετα, τα έσοδα από τα δικαιώματα εκπομπών αποτελούν μία από τις πηγές χρηματοδότησης της ενεργειακής μετάβασης. Η μείωσή τους μπορεί να περιορίσει τους διαθέσιμους πόρους για παρεμβάσεις που χρειάζονται οι αγορές ώστε να λειτουργούν πιο αποτελεσματικά.
Η 25η Οκτωβρίου δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η ευρωπαϊκή αγορά έχει αποτύχει. Δείχνει, όμως, ότι η ενοποίηση παραμένει ελλιπής όταν οι ίδιες ευρωπαϊκές υποδομές και οι κανόνες της κοινής αγοράς συνυπάρχουν με τιμές που κινούνται σε τόσο διαφορετικά επίπεδα. Και αυτό το χάσμα δεν κλείνει μόνο με μια παρέμβαση στο κόστος των εκπομπών, αλλά με περισσότερη διασυνδεδεμένη, διαθέσιμη και ευέλικτη ενέργεια.