Επένδυση περίπου 4 δισ. δολαρίων σε μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με κυψέλες καυσίμου, ισχύος 702 MW, σχεδιάζει η αμερικανική εταιρεία κοινής ωφέλειας American Electric Power (AEP), με στόχο την κάλυψη των αυξανόμενων ενεργειακών αναγκών της Google στην περιοχή του Τσεγιέν, στο Ουαϊόμινγκ.
Η ηλεκτρική ενέργεια θα παρέχεται στην Google, θυγατρική της Alphabet, βάσει μακροχρόνιας συμφωνίας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας διάρκειας 20 ετών. Η κατασκευή της μονάδας αναμένεται να ξεκινήσει το 2026, ενώ η πλήρης λειτουργία της προβλέπεται έως το τέλος του 2028.
Το έργο θα αναπτυχθεί από την Cheyenne Fuel Cell, στην οποία η AEP κατέχει ποσοστό περίπου 92%. Το υπόλοιπο μερίδιο ανήκει σε επενδυτικά κεφάλαια που συμβουλεύει η Basalt Infrastructure Partners.
Η εγκατάσταση θα χρησιμοποιεί τεχνολογία κυψελών καυσίμου της Bloom Energy, η οποία επιτρέπει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ανάλογα με τη ζήτηση, ενισχύοντας την τροφοδοσία των υποδομών της Google στην περιοχή.
Η ανακοίνωση εντάσσεται στη στρατηγική των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών να εξασφαλίσουν νέες πηγές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς η ταχεία ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει τις ανάγκες ηλεκτροδότησης. Την ίδια στιγμή, οι περιορισμοί στα δίκτυα και οι καθυστερήσεις στην κατασκευή νέων ενεργειακών υποδομών δυσκολεύουν την κάλυψη της ζήτησης.
Νέες ενεργειακές συμφωνίες στο Τσεγιέν
Νωρίτερα τον Οκτώβριο, η Google υπέγραψε αντίστοιχη συμφωνία με την Black Hills Corp. για την ηλεκτροδότηση σχεδιαζόμενου κέντρου δεδομένων στο Τσεγιέν. Η Black Hills σχεδιάζει να επενδύσει 1,8 δισ. δολάρια σε νέα παραγωγική δυναμικότητα κατά την περίοδο 2027-2029.
Παράλληλα, τον Ιανουάριο η AEP ενεργοποίησε δικαίωμα αγοράς σημαντικού μέρους πρόσθετων κυψελών καυσίμου της Bloom Energy, συνολικής ισχύος έως 900 MW, στο πλαίσιο συμφωνίας αξίας περίπου 2,65 δισ. δολαρίων.
Οι κινήσεις αυτές καταδεικνύουν την αυξανόμενη σημασία της εξασφάλισης σταθερής ηλεκτροδότησης για τις ψηφιακές υποδομές, με τις εταιρείες τεχνολογίας και τους παρόχους ενέργειας να προχωρούν σε μακροχρόνιες συμφωνίες και επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής.
Πηγή: Reuters