Με νέα νομοθετική ρύθμιση που κατατέθηκε στη Βουλή, εξαιρούνται από την αυτόφωρη διαδικασία οι εργαζόμενοι σε Διαχειριστές Ηλεκτρικής Ενέργειας για πράξεις ή παραλείψεις τους που σχετίζονται με υποθέσεις εμπρησμού.
Η διάταξη αλλάζει τα δεδομένα στη διερεύνηση των υποθέσεων εμπρησμού που συνδέονται με τη λειτουργία του δικτύου ηλεκτροδότησης, και περιλαμβάνεται στο σχέδιο νόμου "Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών και άλλες διατάξεις" που κατατέθηκε στη Βουλή. Ερχεται δε να επιλύσει ένα πρόβλημα που δημιουργείται πολύ συχνά, καθως πολλές φορές οι υπάλληλοι καλούνται να σηκώσουν ένα μεγάλο δικονομικό - ποινικό βάρος για ευθύνες που μπορεί να σχετίζονται με δυσλειτουργίες (π.χ σπινθήρες ή άλλα φαινόμενα) του δικτύου, χωρις ουσιαστικά να φέρουν ευθύνη ή να υπάρχει δόλος. Ακόμα όμως και η τυχόν παράλειψη τίθεται (όπως είναι λογικό) σε εμπεριστατωμένη έρευνα.
Η διάταξη
Συγκεκριμένα, με την προσθήκη νέας παραγράφου (παρ. 5) στο άρθρο 92Α του ν. 4662/2020, θεσπίζεται παρέκκλιση από την αυτόφωρη διαδικασία (άρθρα 417-427 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) για τους αρμόδιους υπαλλήλους των Διαχειριστών Ηλεκτρικής Ενέργειας (όπως ο ΔΕΔΔΗΕ), εφόσον υπάρχουν ενδείξεις εμπρησμού των άρθρων 264 και 265 του Ποινικού Κώδικα που συνδέονται με το δίκτυο.
Το σκεπτικό
Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση, η διακρίβωση τυχόν ποινικών ευθυνών των υπαλλήλων απαιτεί συχνά σύνθετες και χρονοβόρες ανακριτικές πράξεις, οι οποίες είναι πρακτικά αδύνατον να ολοκληρωθούν εντός του στενού χρονικού πλαισίου του αυτοφώρου.
Παράλληλα, η αυτόματη υπαγωγή των εργαζομένων στη διαδικασία του Αυτοφώρου ενέχει τον κίνδυνο να στερήσει κρίσιμης σημασίας επιχειρησιακή συνδρομή από το πεδίο, η οποία είναι απολύτως απαραίτητη τόσο για την αντιμετώπιση των κρίσεων και την έρευνα του φαινομένου, όσο και για την άμεση αποκατάσταση του ηλεκτρικού δικτύου.
Ο ρόλος του εισαγγελέα
Η εξαίρεση από τη διαδικασία αυτή δεν είναι απόλυτη. Ο νόμος προβλέπει σαφή δικλίδα ασφαλείας, αναθέτοντας τον τελικό λόγο στον εισαγγελέα.
Συγκεκριμένα, ο εισαγγελικός λειτουργός, αφού ενημερωθεί πλήρως για τα στοιχεία της υπόθεσης, κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί και ειδικώς αιτιολογημένοι λόγοι, έχει την εξουσία να παραγγείλει ο ίδιος την εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας, δίνοντας τις σχετικές εντολές στις διωκτικές αρχές.