Η Ελλάδα έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, καταγράφοντας εντυπωσιακή άνοδο στις εξαγωγές. Ωστόσο, η νέα ανάλυση του Green Tank αναδεικνύει μια σημαντική παράμετρο, ότι δηλαδή, το όφελος από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας στις γειτονικές χώρες περιορίζεται σημαντικά όταν η παραγωγή για τις εξαγωγές στηρίζεται στο φυσικό αέριο.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ανάλυσης, η επιλογή ενός διαφορετικού ενεργειακού μείγματος, με την κάλυψη των εξαγωγών από πρόσθετη παραγωγή Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, θα μπορούσε να έχει αποφέρει στους Έλληνες καταναλωτές όφελος άνω του 1 δισ. ευρώ. Παράλληλα, το εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας θα παρέμενε θετικό.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι οι εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας καθαυτές. Αντίθετα, αυτές έχουν συμβάλει στην ανατροπή του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας στον συγκεκριμένο τομέα. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο παράγεται η ενέργεια που διοχετεύεται στις αγορές του εξωτερικού.
Εκρηκτική άνοδος των εξαγωγών
όπως αναφέρεται, η Ελλάδα έγινε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας το 2024, νωρίτερα από τις προβλέψεις του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα. Η δυναμική αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω το επόμενο διάστημα.
Οι καθαρές εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας δεκαπλασιάστηκαν από το 2024 στο 2025, ενώ μόνο κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 ήταν 74% υψηλότερες από το σύνολο του 2025.
Η εξέλιξη αυτή είχε σαφές οικονομικό αποτύπωμα. Από τον Ιανουάριο του 2024 έως και τον Ιούνιο του 2026, το εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε σωρευτικά στα 821,2 εκατ. ευρώ, δημιουργώντας σημαντικά έσοδα για τους παραγωγούς.
Πίσω όμως από αυτή τη θετική εικόνα κρύβεται το ενεργειακό μείγμα που χρησιμοποιείται για την παραγωγή του ρεύματος που εξάγεται.
Το φυσικό αέριο στο επίκεντρο
Παρά την εικόνα ότι η ενίσχυση των ελληνικών εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας οφείλεται κυρίως στην αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να έχει σημαντικό ρόλο.
Όπως προκύπτει από την ανάλυση, κατά τις ώρες που η Ελλάδα ήταν καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, το φυσικό αέριο αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο στο 35,8% του μείγματος ηλεκτροπαραγωγής την περίοδο Ιανουαρίου 2024 - Ιουλίου 2026.
Η αυξημένη λειτουργία των μονάδων φυσικού αερίου για την κάλυψη των εξαγωγών έχει, σύμφωνα με το Green Tank, άμεση επίδραση στη χονδρεμπορική αγορά. Η πρόσθετη παραγωγή από μονάδες αερίου ενισχύει την τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας (DAM), με την επιβάρυνση να μεταφέρεται τελικά και στην εγχώρια αγορά, λόγω της σύνδεσης των τιμών χονδρικής με το κόστος που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές.
Πόσο ανεβαίνει η χονδρική
Χρησιμοποιώντας μοντέλο μηχανικής μάθησης, το Green Tank επιχείρησε να εκτιμήσει ποια θα ήταν η εικόνα της αγοράς εάν δεν υπήρχε η πρόσθετη παραγωγή από φυσικό αέριο για την κάλυψη των εξαγωγών.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, κατά την εξεταζόμενη περίοδο των 31 μηνών, η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας θα μπορούσε να ήταν χαμηλότερη κατά 6,23 ευρώ/MWh, δηλαδή κατά 6,23%.
Ειδικά για τους πρώτους επτά μήνες του 2026, αντί για μέση τιμή 94,9 ευρώ/MWh, η DAM θα μπορούσε να είχε διαμορφωθεί στα 87,6 ευρώ/MWh.
Η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε σημαντική οικονομική επιβάρυνση. Για το διάστημα Ιανουαρίου 2024 - Ιουνίου 2026, το Green Tank υπολογίζει ότι το κόστος για τους καταναλωτές ανήλθε σε 889,4 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για ποσό υψηλότερο από το όφελος των 821,2 εκατ. ευρώ που προέκυψε από το θετικό εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας.
Με άλλα λόγια, το οικονομικό όφελος από τις εξαγωγές αντισταθμίστηκε και ξεπεράστηκε από την επιβάρυνση που προκαλεί η χρήση φυσικού αερίου για την παραγωγή του εξαγόμενου ρεύματος.
Το εναλλακτικό σενάριο με περισσότερες ΑΠΕ
Η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά εάν οι ίδιες εξαγωγές πραγματοποιούνται, αλλά η απαιτούμενη πρόσθετη ηλεκτροπαραγωγή προέρχεται από ΑΠΕ αντί για φυσικό αέριο.
Στο σενάριο αυτό, οι εξαγωγές διατηρούνται, αλλά η παραγωγή που απαιτείται για την κάλυψή τους προέρχεται από πρόσθετη παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας.
Οι προσομοιώσεις δείχνουν ότι οι Έλληνες καταναλωτές θα είχαν συνολικό όφελος περίπου 1,065 δισ. ευρώ για την περίοδο των 31 μηνών, από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2026.
Παράλληλα, η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας θα ήταν χαμηλότερη κατά 7,24 ευρώ/MWh. Την ίδια στιγμή, το εμπορικό ισοζύγιο θα παρέμενε ισχυρά θετικό, με σωρευτικό όφελος 605,4 εκατ. ευρώ έως τον Ιούνιο του 2026.
Υπάρχει, βέβαια, και μια αντίστροφη επίπτωση. Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας θα εισέπρατταν 215,7 εκατ. ευρώ λιγότερα από τις εξαγωγές των ίδιων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς η αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ θα οδηγούσε σε χαμηλότερες τιμές στη χονδρεμπορική αγορά.
Ωστόσο, το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα για την ελληνική οικονομία θα ήταν θετικότερο, καθώς η μείωση της χονδρεμπορικής τιμής θα μεταφραζόταν σε σημαντική ελάφρυνση για τους καταναλωτές.
Το συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιεί την εξαγωγική της δυνατότητα χωρίς αυτή να λειτουργεί εις βάρος της εγχώριας αγοράς. Το κλειδί βρίσκεται στο ενεργειακό μείγμα: όσο μεγαλύτερο μέρος της πρόσθετης παραγωγής που απαιτείται για τις εξαγωγές καλύπτεται από ΑΠΕ και όχι από φυσικό αέριο, τόσο μεγαλύτερο είναι το όφελος για τους καταναλωτές και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.