Μενού Ροή
espen revma kostos
Ρεύμα: Στα 16,6-17 λεπτά η κιλοβατώρα το 2029 – Πώς θα μειωθεί το κόστος κατά 70 ευρώ/MWh
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Στα 16,6-17 λεπτά ανά κιλοβατώρα θέτει η κυβέρνηση τον πήχη για την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας που θα πληρώνουν τα νοικοκυριά στο τέλος του 2029, χωρίς φόρους και ΦΠΑ, δηλαδή σε επίπεδο ενεργειακής χρέωσης. Για να επιτευχθεί ο στόχος, η μέση λιανική τιμή θα πρέπει να υποχωρήσει από τα 237,8 ευρώ/MWh, που αποτελούν τη βάση αναφοράς, στα περίπου 166,6-170 ευρώ/MWh. Πρόκειται για μια αποκλιμάκωση της τάξης των 70 ευρώ/MWh μέσα στην επόμενη τριετία.

Το εγχείρημα είναι φιλόδοξο, καθώς η κυβέρνηση καλείται να μετατρέψει σε πραγματική μείωση του ενεργειακού κόστους τα οφέλη από την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ, την ενίσχυση της αποθήκευσης, τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών και τον περιορισμό των απωλειών από τις ρευματοκλοπές.

Η εξίσωση, ωστόσο, δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως σε αριθμούς. Δεν έχουν προσδιοριστεί συγκεκριμένοι συντελεστές βαρύτητας για κάθε παρέμβαση, ούτε έχει παρουσιαστεί ένα αναλυτικό χρονοδιάγραμμα για την αποκλιμάκωση της τιμής ανά έτος έως το 2029.

Το κυβερνητικό σχέδιο, που παρουσιάστηκε από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στη ΔΕΘ και εξειδικεύτηκε από τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου και τον υφυπουργό Νίκο Τσάφο, στηρίζεται σε ένα πλέγμα διαρθρωτικών παρεμβάσεων και χρηματοδοτικών εργαλείων συνολικού ύψους άνω των 5 δισ. ευρώ.

Ως βάση υπολογισμού χρησιμοποιείται η μέση λιανική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας των 237,8 ευρώ/MWh, ή 23,78 λεπτά/kWh, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat και χωρίς φόρους. Με άλλα λόγια, για να επιτευχθεί ο στόχος του 2029 θα πρέπει από την τιμή αναφοράς να αφαιρεθούν περίπου 70 ευρώ/MWh.

Στο επίκεντρο ΑΠΕ και αποθήκευση

Κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια αποκλιμάκωσης του κόστους αναμένεται να διαδραματίσουν οι ΑΠΕ και, κυρίως, η αποθήκευση ενέργειας.

Η μεγαλύτερη διείσδυση της πράσινης παραγωγής πιέζει προς τα κάτω τη χονδρεμπορική τιμή τις ώρες υψηλής παραγωγής. Το κρίσιμο ζητούμενο, όμως, είναι αυτή η φθηνή ενέργεια να μπορεί να μεταφέρεται χρονικά στις ώρες αυξημένης ζήτησης, όταν σήμερα απαιτείται η συμμετοχή ακριβότερων μονάδων φυσικού αερίου.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και το μεγάλο στοίχημα των μπαταριών. Από περίπου 700 MW σήμερα, η εγκατεστημένη ισχύς αποθήκευσης προβλέπεται να φτάσει το 1 GW έως το τέλος του έτους, τα 3-4 GW το 2028 και τα 5-7 GW έως το 2030.

Η αύξηση της αποθήκευσης εκτιμάται ότι θα περιορίσει τις απογευματινές αιχμές της χονδρεμπορικής αγοράς, ενώ παράλληλα θα μειώσει το κόστος των υπηρεσιών που απαιτούνται για την ευστάθεια του ηλεκτρικού συστήματος και δη στον Λογαριασμό Προσαυψήσεων.

Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν έχει εξειδικεύσει ποιο μέρος της συνολικής μείωσης των 70 ευρώ/MWh αποδίδεται στην αποθήκευση και ποιο στις υπόλοιπες παρεμβάσεις.

Οι διασυνδέσεις και η μείωση των ΥΚΩ

Πιο άμεσα μετρήσιμο είναι το όφελος από τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών.

Το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με πετρέλαιο στα μη διασυνδεδεμένα νησιά υπολογίζεται σήμερα σε περίπου 1,2 δισ. ευρώ ετησίως και καλύπτεται μέσω των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Με την Κρήτη και τις Κυκλάδες να έχουν ήδη διασυνδεθεί και τα έργα για τα Δωδεκάνησα και το Βόρειο Αιγαίο να ακολουθούν, δημιουργούνται περιθώρια περιορισμού της συγκεκριμένης επιβάρυνσης.

Από την 1η Ιανουαρίου 2027 προβλέπεται μείωση κατά 50% της σχετικής χρέωσης ΥΚΩ για τους οικιακούς καταναλωτές, από 6,9 σε 3,45 ευρώ/MWh.

Το άμεσο όφελος για τον καταναλωτή, πάντως, παραμένει περιορισμένο. Για ένα νοικοκυριό με μέση κατανάλωση 300 kWh τον μήνα, η μείωση αντιστοιχεί σε περίπου 1 ευρώ τον μήνα.

Στο στόχαστρο και οι ρευματοκλοπές

Ένα ακόμη κόστος που επιχειρείται να περιοριστεί είναι αυτό των ρευματοκλοπών, το οποίο υπολογίζεται σε περίπου 450 εκατ. ευρώ ετησίως και τελικά μετακυλίεται στους συνεπείς καταναλωτές.

Στόχος είναι οι μη τεχνικές απώλειες να περιοριστούν στο 3,5% το 2028, από περίπου 5% την περίοδο 2023-2024. Βασικό εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση θα αποτελέσει η επιτάχυνση της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών, με στόχο την πλήρη κάλυψη των παροχών έως το 2030.

Παράλληλα, μέσω του νέου Κώδικα Προμήθειας επιχειρείται να αντιμετωπιστεί και το πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων οφειλών, οι οποίες υπολογίζονται σε περίπου 3 δισ. ευρώ.

Επενδύσεις 1,7 δισ. ευρώ για χαμηλότερη κατανάλωση

Το κυβερνητικό σχέδιο περιλαμβάνει και παρεμβάσεις που δεν οδηγούν κατ’ ανάγκη σε άμεση μείωση της τιμής της κιλοβατώρας, μπορούν όμως να περιορίσουν το συνολικό ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών.

Περίπου 1,7 δισ. ευρώ προβλέπεται να κατευθυνθούν σε ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών, αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης με αντλίες θερμότητας και θερμοσιφώνων, καθώς και στην ενίσχυση του επιδόματος θέρμανσης.

Παράλληλα, προωθείται νέο πλαίσιο για την αυτοκατανάλωση, που θα επιτρέπει τον συνδυασμό μονάδων ΑΠΕ και συστημάτων αποθήκευσης από νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Στόχος είναι μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης να καλύπτεται από ίδια παραγωγή, μειώνοντας την έκθεση των καταναλωτών στις διακυμάνσεις της αγοράς. Οι δε επενδύσεις που θα δρομολογηθούν αναμένεται να ξεπεράσουν το 1 δις ευρώ με ορίζοντα υλοποίησης μέσα στην επόμενη τριετία και με πηγές από το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νησιών που πρόσφατα έλαβε το πράσινο φως από την Κομισιόν

«Μπαίνουμε σε μια νέα εποχή αυτοκατανάλωσης για την χώρα» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος κατά την παρουσίαση των μέτρων για την μείωση του ενεργειακού κόστους, με τα συστήματα αυτοκατανάλωσης και αυτοπαραγωγής να συμπεριλαμβάνονται σε περίοπτη θέση ως βασικό εργαλείο για την επίτευξη του στόχου σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Μια άλλη πηγή χρηματοδότησης για έργα αυτοκατανάλωσης προγραμματίζεται να προέλθει από την ενεργειακή ρήτρα διαφυγής  με ποσό 50 εκατ. ευρώ για παροχές ΟΤΑ (50% επιδότηση στην αποθήκευση) και άλλα 50 εκατ. ευρώ για αυτοκατανάλωση σε μη οικιακούς καταναλωτές με την επιδότηση να καλύπτει περί το 30-40% του κόστους.  Επίσης επίκειται η δημοσίευση της Υπουργικής Απόφασης για το net-billing, που εκτιμάται ότι θα απλοποιήσει τις διαδικασίες για τις νέες συνδέσεις, που σήμερα φτάνουν το 1,1 GW. Αυτό θα αφορά κυρίως εμπορικούς και βιομηχανικούς καταναλωτές.

Οι αβεβαιότητες του σχεδίου

Η κυβερνητική ηγεσία έσπευσε, πάντως, να επισημάνει ότι στο όλο σενάριο της μείωσης δεν έχουν ενσωματωθεί ακραίες γεωπολιτικές εξελίξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις παραδοχές για το ενεργειακό κόστος.

Παράλληλα, αναγνωρίστηκε ότι οι επενδύσεις που απαιτούνται για τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις θα είναι ιδιαίτερα αυξημένες. Για τον λόγο αυτό, η συγκεκριμένη παράμετρος δεν ενσωματώθηκε στην άσκηση ως παράγοντας που θα μπορούσε να αποτυπωθεί άμεσα στη μείωση της τελικής τιμής.

Η έμφαση, αντίθετα, δόθηκε στην αποθήκευση, καθώς εκτιμάται ότι η διεύρυνσή της θα συμβάλει στη μείωση του κόστους στη χονδρεμπορική αγορά και θα επιτρέψει την καλύτερη αξιοποίηση της φθηνής πράσινης ενέργειας.

Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει και έχει να κάνει με το πώς ακριβώς θα επιτευχθεί η συνολική μείωση κατά 30%; Μέχρι στιγμής, το ΥΠΕΝ έχει θέσει τους επιμέρους στόχους, χωρίς να έχει δώσει την αριθμητική κατανομή που θα δείχνει πόσα ευρώ/MWh αναμένεται να εξοικονομηθούν από κάθε παρέμβαση.

Και η βιομηχανία;

Ανοιχτό παραμένει, τέλος, το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό ενεργειακό κόστος.

Στο κυβερνητικό σχέδιο δεν καταγράφηκε κάποια ειδικότερη παρέμβαση πέρα από το γενικό πλαίσιο, παρά τις σχετικές αναφορές του πρωθυπουργού στη συνέντευξή του. Έτσι, ενώ για τα νοικοκυριά τίθεται συγκεκριμένος στόχος για την τιμή της κιλοβατώρας το 2029, για τη βιομηχανία εξακολουθεί να απουσιάζει, προς το παρόν, ένας αντίστοιχα σαφής ποσοτικός στόχος.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας