Το στοίχημα της μείωσης του ενεργειακού κόστους κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία έθεσε από το βήμα της 90ής ΔΕΘ ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή αγορά επιστρέφει σε καθεστώς αυξημένης αβεβαιότητας και οι επιχειρήσεις, με αιχμή την ενεργοβόρο βιομηχανία, αναζητούν πιο μόνιμες λύσεις για τη συγκράτηση των επιβαρύνσεών τους.
Ειδικότερα, η εξαγγελία του πρωθυπουργού έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία. Το φυσικό αέριο κινείται και πάλι σε υψηλά επίπεδα, ενώ η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας έχει ακολουθήσει ανοδική πορεία, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα του ενεργειακού κόστους ως παράγοντα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και, ιδιαίτερα, της βιομηχανικής παραγωγής.
Μάλιστα, στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ, ο κ. Μητσοτάκης έκανε ειδική αναφορά στην ενεργοβόρο βιομηχανία, επισημαίνοντας ότι έχουν ήδη ληφθεί μέτρα στήριξης και ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να εξετάζει πρόσθετες παρεμβάσεις, στο μέτρο που το επιτρέπουν τα δημοσιονομικά περιθώρια και το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Δεν έδωσε, ωστόσο, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ή πακέτο νέων μέτρων για τη βιομηχανία, παραπέμποντας ουσιαστικά στην περαιτέρω εξειδίκευση της κυβερνητικής πολιτικής.
Ο στόχος
Το μήνυμα που έστειλε από τη Θεσσαλονίκη ήταν, πάντως, ευρύτερο. Όπως είπε, η μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% σε ορίζοντα τριετίας. Ο στόχος, όπως τον περιέγραψε ο πρωθυπουργός, δεν θα στηριχθεί σε μία μόνο παρέμβαση, αλλά σε έναν συνδυασμό πολιτικών που περιλαμβάνει τη μείωση των ρυθμιζόμενων χρεώσεων, την περαιτέρω ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, την ενίσχυση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων και τη βελτίωση του ανταγωνισμού στην αγορά.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, βρίσκεται πλέον στην επόμενη ημέρα. δηλαδή, με ποιον ακριβώς τρόπο αυτό το μείγμα πολιτικών θα μεταφραστεί σε 30% χαμηλότερο κόστος για μια επιχείρηση και ειδικότερα για μια ενεργοβόρο βιομηχανία; Η απάντηση αναμένεται να δοθεί με την εξειδίκευση των παρεμβάσεων από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Η βιομηχανία περιμένει περισσότερα
Η αγορά υποδέχεται την εξαγγελία με ενδιαφέρον, αλλά και με την προσδοκία ότι ο στόχος θα συνοδευτεί από συγκεκριμένα μέτρα. Το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, ενώ για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες η επίδραση είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του προέδρου της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων και του ΕΒΕΑ, Γιάννη Μπρατάκου, ο οποίος χαρακτήρισε τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού ένα «βήμα», αλλά όχι το άλμα που χρειάζεται σήμερα η ελληνική επιχειρηματικότητα. Όπως σημείωσε, το κόστος λειτουργίας παραμένει υψηλό, ενώ η ενέργεια αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας.
Η συγκεκριμένη επισήμανση αποτυπώνει και την ευρύτερη προσδοκία της αγοράς. Άλλωστε, πέρα από τους γενικούς στόχους, οι επιχειρήσεις αναμένουν παρεμβάσεις που θα έχουν μετρήσιμο και διατηρήσιμο αποτέλεσμα στο ενεργειακό κόστος.
Υπενθυμίζεται ότι ένα πρώτο βήμα για την ενεργοβόρο βιομηχανία έχει ήδη γίνει. Ειδικότερα, από την 1η Ιουλίου 2026 οι χρεώσεις Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις έχουν μειωθεί κατά 50%. Η κυβέρνηση έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων κινήσεων, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να έχει ανοίξει πλήρως τα χαρτιά της για το εύρος και τον χρόνο των επόμενων παρεμβάσεων. Σημειώνεται ότι αναμένεται και η εξειδίκευση των μέτρων για τη βιομηχανία. για την ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής για ενεργειακές παρεμβάσεις.
Το κόστος των ΥΚΩ και οι διασυνδέσεις
Στην κυβερνητική επιχειρηματολογία, πάντως, στη ΔΕΘ, κεντρική θέση καταλαμβάνει και η επιτάχυνση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων. Οι ΥΚΩ χρηματοδοτούν, μεταξύ άλλων, το κόστος ηλεκτροδότησης των μη διασυνδεδεμένων νησιών από πετρελαϊκές μονάδες, όπου το κόστος παραγωγής είναι πολλαπλάσιο εκείνου του ηπειρωτικού συστήματος.
Όσο περισσότερα νησιά συνδέονται με το ηπειρωτικό δίκτυο, τόσο μειώνεται η ανάγκη λειτουργίας των ακριβών πετρελαϊκών σταθμών και, αντίστοιχα, το κόστος των ΥΚΩ. Οι διασυνδέσεις της Κρήτης και των Κυκλάδων έχουν ήδη αλλάξει την εξίσωση, με την εξοικονόμηση από το κόστος των ΥΚΩ να εκτιμάται σε περίπου 509 εκατ. ευρώ για το 2026, 523 εκατ. ευρώ το 2027, 536 εκατ. ευρώ το 2028, 547 εκατ. ευρώ το 2029 και 630 εκατ. ευρώ το 2030.
Το όφελος, πάντως, δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί στον ίδιο βαθμό στους λογαριασμούς των καταναλωτών, καθώς στον Ειδικό Λογαριασμό ΥΚΩ έχει συσσωρευθεί έλλειμμα. Μέρος του αναμένεται να καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό, ώστε να καταστεί δυνατή η περαιτέρω αποκλιμάκωση των σχετικών χρεώσεων από το 2027.
ΑΠΕ, διασυνδέσεις και η δύσκολη εξίσωση του φυσικού αερίου
Η κυβέρνηση συνδέει, επίσης, ευθέως τη μείωση του ενεργειακού κόστους με την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ. Η λογική είναι ότι όσο αυξάνεται η συμμετοχή φθηνότερης εγχώριας παραγωγής στο ενεργειακό μείγμα, τόσο περιορίζεται η ανάγκη προσφυγής σε ακριβότερες θερμικές μονάδες και σε εισαγόμενα καύσιμα.
Η ελληνική αγορά, ωστόσο, δεν λειτουργεί απομονωμένα από τις διεθνείς εξελίξεις. Όσο το φυσικό αέριο παραμένει οριακό καύσιμο για τη διαμόρφωση της χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές περνούν και στην εγχώρια αγορά.
Η τιμή του φυσικού αερίου στο ευρωπαϊκό hub TTF κινείται τις τελευταίες ημέρες πάνω από τα 70 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ η αγορά παρακολουθεί τις γεωπολιτικές εξελίξεις και την πορεία της ευρωπαϊκής αποθήκευσης ενόψει του χειμώνα. Σε ένα δυσμενές σενάριο παρατεταμένης ανόδου του αερίου, οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρισμού θα μπορούσαν να δεχθούν εκ νέου ισχυρές πιέσεις.
Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο θα δοκιμαστεί στην πράξη ο στόχος του 30%. Γιατί ένα σημαντικό μέρος της εξίσωσης βρίσκεται σε παράγοντες που η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να ελέγξει άμεσα: στην τιμή του καυσίμου, στις διεθνείς αγορές και στις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Η αγορά εξισορρόπησης στο επίκεντρο
Την ίδια ώρα, η ενεργοβόρος βιομηχανία έχει ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο, αυτή τη φορά στην αγορά εξισορρόπησης. Η ΕΒΙΚΕΝ έχει ζητήσει από τη ΡΑΑΕΥ να διερευνήσει τους λόγους για την έντονη αύξηση του κόστους και να υπάρξει μεγαλύτερη διαφάνεια στις προσφορές που ενεργοποιούνται από τον ΑΔΜΗΕ.
Σύμφωνα με την Ένωση, το κόστος της αγοράς εξισορρόπησης έχει πλέον ξεπεράσει τα 20 εκατ. ευρώ σε εβδομαδιαία βάση, ενώ έχουν καταγραφεί επαναλαμβανόμενες αιχμές στις τιμές, τόσο κατά τις ώρες υψηλής παραγωγής ΑΠΕ όσο και μετά τη δύση του ηλίου. Ενδεικτικά, οι τιμές ανοδικής χειροκίνητης εφεδρείας (mFRR Up) έχουν φτάσει ακόμη και τα 400 ευρώ/MWh.
Από την πλευρά της κυβέρνησης επισημαίνεται ότι οι συγκεκριμένες επιβαρύνσεις δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα, καθώς όλες οι ευρωπαϊκές αγορές αντιμετωπίζουν κόστη εξισορρόπησης, εφεδρείας και λειτουργίας του συστήματος, τα οποία όμως αποτυπώνονται με διαφορετικό τρόπο στην τελική τιμή. Παράλληλα, εξετάζεται το ύψος των σχετικών χρεώσεων, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει προκύψει οριστικό συμπέρασμα ότι πίσω από την άνοδο βρίσκονται πρακτικές χειραγώγησης της αγοράς.
Το μεγάλο τεστ θα είναι ο χειμώνας
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση επιχειρεί να βάλει σε μεγαλύτερο χρονικό πλαίσιο τις υψηλές τιμές που καταγράφηκαν τον Αύγουστο. Μέχρι τον Ιούλιο, η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα διαμορφωνόταν περίπου στα 95 ευρώ/MWh, ενώ μετά την άνοδο του Αυγούστου ο μέσος όρος του 2026 κινείται κοντά στα 100 ευρώ/MWh. Η αντίστοιχη μέση τιμή για το 2025 ήταν περίπου 104-105 ευρώ/MWh.
Το κυβερνητικό επιχείρημα είναι ότι οι αποφάσεις δεν μπορούν να σχεδιάζονται με βάση μικρές χρονικές περιόδους υψηλών τιμών, καθώς η αγορά επηρεάζεται από τη ζήτηση, τον καιρό, τη διαθεσιμότητα των ΑΠΕ, την υδροηλεκτρική παραγωγή και, κυρίως, την πορεία των διεθνών τιμών καυσίμων.
Ο χειμώνας, συνεπώς, αναμένεται να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο τεστ. Εάν το φυσικό αέριο παραμείνει σε διαχειρίσιμα επίπεδα, η πίεση στις τιμές ηλεκτρισμού μπορεί να περιοριστεί. Εάν όμως καταγραφεί νέα και παρατεταμένη ενεργειακή έξαρση, τότε το ζήτημα της στήριξης επιχειρήσεων και βιομηχανίας θα επανέλθει με μεγαλύτερη ένταση.
Σε αυτή την περίπτωση, θα δοκιμαστεί και η κυβερνητική επιλογή για περισσότερο στοχευμένες και λιγότερο οριζόντιες επιδοτήσεις. Η αγορά, πάντως, αναμένει να δει εάν ο στόχος για μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30% θα αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο και, κυρίως, εάν θα μεταφραστεί σε πραγματική μείωση του λογαριασμού για τις επιχειρήσεις.
Για την ενεργοβόρο βιομηχανία, το ζητούμενο δεν είναι μόνο μια πρόσκαιρη «ανάσα», αλλά ένα σταθερότερο και πιο προβλέψιμο ενεργειακό κόστος που θα της επιτρέψει να παραμείνει ανταγωνιστική στην ευρωπαϊκή αγορά. Και αυτό είναι, τελικά, το πραγματικό στοίχημα πίσω από το κυβερνητικό 30%.