Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής μπαίνει ξανά η ελληνική βιομηχανία, καθώς η νέα άνοδος των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας συμπίπτει με την επιστροφή των εργοστασίων σε πλήρεις ρυθμούς παραγωγής μετά τον Αύγουστο. Το βλέμμα στρέφεται πλέον στους επόμενους μήνες, με τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις να ανησυχούν τόσο για την πορεία της χονδρεμπορικής αγοράς όσο και για την απουσία, μέχρι στιγμής, μιας νέας πρωτοβουλίας που θα μπορούσε να περιορίσει το ενεργειακό κόστος.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση καθώς ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη αρχίσει να ενεργοποιούν νέα εργαλεία στήριξης της βιομηχανίας, δημιουργώντας φόβους ότι η ελληνική παραγωγή μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα πρόσθετο ανταγωνιστικό μειονέκτημα.
Η τάση στην εγχώρια αγορά είναι άλλωστε σαφώς ανοδική τους τελευταίους μήνες. Η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώθηκε στα 92,93 ευρώ/MWh τον Ιούνιο, ανέβηκε στα 109,95 ευρώ/MWh τον Ιούλιο και έφθασε στα 133,4 ευρώ/MWh τον Αύγουστο. Πρόκειται για άνοδο περίπου 43,5% μέσα σε δύο μήνες, ενώ μόνο μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου η αύξηση ξεπέρασε το 21%.
Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλούν οι έντονες ημερήσιες διακυμάνσεις. Στις 26 Αυγούστου η τιμή της ελληνικής αγοράς έφθασε στα 184,47 ευρώ/MWh, δίνοντας μια πρώτη εικόνα των πιέσεων που μπορεί να αντιμετωπίσουν οι επιχειρήσεις εάν το ανοδικό μομέντουμ διατηρηθεί μέσα στο φθινόπωρο.
Η πίεση στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις
Για τη βαριά βιομηχανία, το ζητούμενο δεν είναι μόνο το ύψος της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά και η δυνατότητα να υπάρχει προβλεψιμότητα στο κόστος παραγωγής. Όταν η χονδρεμπορική αγορά μετακινείται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την περιοχή των 90-100 ευρώ/MWh πάνω από τα 130 ευρώ/MWh και σε ορισμένες ημέρες πλησιάζει τα 185 ευρώ/MWh, ο σχεδιασμός γίνεται πολύ δυσκολότερος.
Χαλυβουργίες, βιομηχανίες αλουμινίου και μετάλλων, τσιμεντοβιομηχανίες, υαλουργίες και άλλες μονάδες υψηλής κατανάλωσης βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των πιέσεων, καθώς το ρεύμα αντιπροσωπεύει σημαντικό τμήμα του λειτουργικού τους κόστους. Σε ακραίες περιπτώσεις, η τιμή της ενέργειας μπορεί να επηρεάσει ακόμη και την απόφαση για το επίπεδο στο οποίο συμφέρει να διατηρηθεί η παραγωγή.
Βεβαίως, η έκθεση κάθε επιχείρησης στις διακυμάνσεις της αγοράς δεν είναι ίδια. Εξαρτάται από τα συμβόλαια προμήθειας, τον χρονικό ορίζοντα των συμφωνιών και τα εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου που διαθέτει. Ωστόσο, όσο οι υψηλές τιμές αποκτούν διάρκεια, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίεση στο πραγματικό κόστος παραγωγής.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες της ελληνικής βιομηχανίας. Μεγάλο μέρος των ενεργοβόρων επιχειρήσεων έχει έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό και ανταγωνίζεται παραγωγούς από άλλες ευρωπαϊκές αγορές, όπου το ενεργειακό μίγμα, η πρόσβαση σε μακροχρόνια συμβόλαια και πλέον τα εθνικά μέτρα στήριξης μπορούν να δημιουργούν σημαντικές αποκλίσεις στο τελικό κόστος.
Η Ευρώπη ανοίγει «ομπρέλα» για τη βιομηχανία
Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται μία νέα πηγή προβληματισμού. Ενώ στην Ελλάδα δεν έχει μέχρι σήμερα ανοίξει αντίστοιχη συζήτηση για ένα νέο σχήμα παρέμβασης, άλλα κράτη-μέλη έχουν ήδη αξιοποιήσει τις δυνατότητες του ευρωπαϊκού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων.
Γερμανία, Βουλγαρία και Σλοβενία έχουν πάρει το πράσινο φως για προγράμματα προσωρινής μείωσης του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας συνολικού ύψους άνω των 4 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο αφορά τη Γερμανία, με προϋπολογισμό 3,8 δισ. ευρώ και χρονικό ορίζοντα από την 1η Ιανουαρίου 2026 έως το τέλος του 2028.
Στη Βουλγαρία, το πρόγραμμα των 334 εκατ. ευρώ καλύπτει την περίοδο από τον Ιούλιο του 2025 έως τον Ιούνιο του 2028, με την ενίσχυση να περνά μέσω των προμηθευτών στους λογαριασμούς των δικαιούχων. Αντίστοιχο σχήμα ύψους 90 εκατ. ευρώ έχει δρομολογήσει η Σλοβενία έως το τέλος του 2028.
Στον ίδιο δρόμο κινήθηκε και η Ιρλανδία, με πρόγραμμα 300 εκατ. ευρώ για την προσωρινή ελάφρυνση ενεργοβόρων επιχειρήσεων, μέσω άμεσων επιχορηγήσεων που μπορούν να καλύπτουν μέρος του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για διάστημα έως τριών ετών.
Ο φόβος της «ψαλίδας» με την Ευρώπη
Τα νέα ευρωπαϊκά σχήματα αλλάζουν ουσιαστικά την εξίσωση για την ελληνική βιομηχανία. Η σύγκριση δεν περιορίζεται πλέον στην ονομαστική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας σε κάθε αγορά, αλλά επεκτείνεται στο πραγματικό κόστος που τελικά επωμίζεται η επιχείρηση μετά τις κρατικές παρεμβάσεις.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένες δικλίδες. Μεταξύ άλλων, η μειωμένη τιμή δεν μπορεί να υποχωρεί κάτω από τα 50 ευρώ/MWh, ενώ οι επιχειρήσεις που επωφελούνται καλούνται να επανεπενδύσουν τουλάχιστον το 50% της ενίσχυσης σε νέες ή αναβαθμισμένες εγκαταστάσεις που συμβάλλουν στη μείωση του κόστους του ηλεκτρικού συστήματος, χωρίς αύξηση της χρήσης ορυκτών καυσίμων.
Για την ελληνική αγορά, το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν θα εξεταστεί η αξιοποίηση αντίστοιχων δυνατοτήτων. Και αυτό γιατί, εάν η ανοδική πορεία του ρεύματος συνεχιστεί μέσα στο φθινόπωρο, η πίεση δεν θα αφορά μόνο τους λογαριασμούς των εργοστασίων, αλλά συνολικά την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής.
Ο μεγαλύτερος φόβος είναι να ανοίξει ακόμη περισσότερο η «ψαλίδα» με ευρωπαϊκές βιομηχανίες που θα έχουν τη δυνατότητα, μέσω των εθνικών σχημάτων στήριξης, να περιορίσουν το πραγματικό ενεργειακό τους κόστος. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι ελληνικές επιχειρήσεις θα κληθούν είτε να απορροφήσουν ένα μεγαλύτερο λειτουργικό βάρος είτε να το μετακυλίσουν στις τιμές, με άμεσες συνέπειες στην ανταγωνιστικότητά τους στις διεθνείς αγορές.