Νέα προειδοποίηση στέλνει, εν όψει της επικείμενης Συνόδου Κορυφής, Eurelectric. Συγκεκριμένα, εν όψει της συζήτησης για αλλαγές στον σχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με νέα ανάλυσή της προειδοποιεί για σημαντικές στρεβλώσεις που μπορεί να επιφέρουν οι σχεδιαζόμενες αλλαγές στη χονδρεμπορική αγορά.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο με αιχμή τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Κορυφής της ΕΕ στις 19 και 20 Μαρτίου η Eurelectric που εκπροσωπεί τους Ευρωπαίους ηλεκτροπαραγωγούς και στην οποία από πλευράς Ελλάδας συμμετέχει η ΔΕΗ με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της επιχείρησης Γιώργο Στάσση να είναι αντιπρόεδρος του Συνδέσμου, έδωσε στη δημοσιότητα ειδική μελέτη γύρω από τον σχεδιασμό της αγοράς, την οριακή τιμολόγηση και τις προτεινόμενες παρεμβάσεις.
Η μελέτη εκπονήθηκε από τον Lion Hirth και την ομάδα της Neon Neue Energieökonomik και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας δεν παρουσιάζουν δομική αποτυχία που να απαιτεί ριζικές παρεμβάσεις.
Μεταξύ, άλλων η μελέτη αμφισβητεί τα όσα λέγονται περί του κινδύνου νέας ενεργειακής κρίσης στην Ευρώπη, ενώ αποδίδει τη διαφορά τιμών μεταξύ ευρωπαϊκών αγορών και ορισμένων Πολιτειών των ΗΠΑ όπως το Τέξας στις χαμηλότερες τιμές φυσικού αερίου στις ΗΠΑ αλλά και στο επιπλέον κόστος που επιβάλλεται στην ηλεκτροπαραγωγή της Ευρώπης λόγω των δικαιωμάτων CO2.
Η μελέτη της Eurelectric εξετάζει το ερώτημα κατά πόσο οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη βρίσκονται σήμερα σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αντίληψη πως η Ευρώπη βρίσκεται ξανά σε ενεργειακή κρίση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Όπως αναφέρει κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης του 2022, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας είχαν εκτοξευθεί σε πρωτοφανή επίπεδα, με τις προθεσμιακές τιμές να φτάνουν ακόμη και τα 1.000 ευρώ/MWh. Σήμερα, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οι τιμές κυμαίνονται περίπου μεταξύ 50 και 90 ευρώ/MWh, γεγονός που δείχνει ότι έχουν επιστρέψει σε επίπεδα κοντά στον ιστορικό μέσο όρο.
Ωστόσο με βάση τη μελέτη εξακολουθούν να παρατηρούνται μεγάλες διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών αλλά και μεταξύ της Ευρώπης και άλλων περιοχών του κόσμου. Όπως για παράδειγμα στο Τέξας όπου οι προθεσμιακές τιμές βρίσκονται περίπου στα 45–50 ευρώ/MWh, ενώ στη Γερμανία γύρω στα 80 ευρώ/MWh. Διαφορά η οποία πάντως δεν οφείλεται στον σχεδιασμό της αγοράς, καθώς και οι δύο περιοχές χρησιμοποιούν τον ίδιο βασικό μηχανισμό διαμόρφωσης τιμών, δηλαδή την οριακή τιμολόγηση. Σύμφωνα το χάσμα στις τιμές εξηγείται από τις σημαντικά υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη, καθώς η Ευρώπη εξαρτάται περισσότερο από εισαγωγές LNG αλλά και την εφαρμογή πολιτικής τιμολόγησης εκπομπών CO₂ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αυξάνει το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα.
Επίσης η μελέτη αναλύει τον ρόλο της οριακής τιμολόγησης (marginal pricing) που αποτελεί τον βασικό μηχανισμό διαμόρφωσης τιμών σε ανταγωνιστικές αγορές εμπορευμάτων, όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τα μέταλλα ή τα αγροτικά προϊόντα. Η τιμή της αγοράς καθορίζεται από το κόστος της τελευταίας μονάδας παραγωγής που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση. Στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, αυτός ο μηχανισμός αποτυπώνεται μέσω της καμπύλης Merit Order, η οποία ταξινομεί τις μονάδες παραγωγής με βάση το μεταβλητό κόστος τους.
Εξάλλου η μελέτη αξιολογεί τις προτεινόμενες παρεμβάσεις στον σχεδιασμό της αγοράς και συγκεκριμένα αναφέρει ότι:
- Ο Ιβηρικός μηχανισμός, που εφαρμόστηκε στην Ισπανία και την Πορτογαλία και βασίζεται σε επιδοτήσεις προς τις μονάδες φυσικού αερίου με στόχο τη μείωση της τιμής στη χονδρεμπορική αγορά,
- Η πρόταση του Έλληνα καθηγητή του ΕΜΠ Παντελή Κάπρου η οποία προβλέπει τον διαχωρισμό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (market split) σε δύο τμήματα: ένα για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ένα για τις μονάδες ορυκτών καυσίμων.
Σύμφωνα με την ανάλυση, τέτοιες παρεμβάσεις ενδέχεται να δημιουργήσουν σημαντικές στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς. Ο διαχωρισμός της αγοράς θα μπορούσε να καταστήσει πιο περίπλοκη τη λειτουργία του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος και να δημιουργήσει προβλήματα στον διασυνοριακό συντονισμό, στο ενδοημερήσιο εμπόριο και στους μηχανισμούς εξισορρόπησης. Παράλληλα, η επιδότηση ορισμένων τεχνολογιών θα μπορούσε να μεταφέρει το κόστος στους φορολογούμενους ή στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων φόρων, επιδοτήσεων ή τελών δικτύου. Επιπλέον, η αβεβαιότητα που προκαλούν τέτοιες παρεμβάσεις ενδέχεται να μειώσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και να αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης νέων ενεργειακών έργων.
Σημειώνεται ότι η ανάλυση έρχεται σε συνέχεια της επιστολής που είχε απευθύνει η Eurelectric στις αρχές Μαρτίου προς τους ηγέτες της ΕΕ, με την οποία ζητούσε να μην ανοίξει εκ νέου η συζήτηση για τον σχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.