Μενού Ροή
Ουκρανία: Φυσικό αέριο στη μισή τιμή από την Ευρώπη – Το παράδοξο της αγοράς και το «στοίχημα» των εξαγωγών
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Μια εντυπωσιακή απόκλιση έχει δημιουργηθεί στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου: την ώρα που η Ευρώπη βλέπει τις τιμές να εκτοξεύονται και δίνει μάχη για να γεμίσει τις αποθήκες της πριν από τον χειμώνα, στην εμπόλεμη Ουκρανία υπάρχει πλεόνασμα αερίου και οι τιμές κινούνται σχεδόν στο μισό των ευρωπαϊκών.

Το χάσμα ανάμεσα στις τιμές του φυσικού αερίου στην Ουκρανία και στο ολλανδικό TTF έχει διευρυνθεί στα 33 ευρώ/MWh, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει ο αναλυτής της αγοράς φυσικού αερίου της ExPro Consulting, Mykhailo Svyshcho. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαφορά από τα τέλη του 2022.

Με το TTF να κινείται πλέον κοντά στα 69 ευρώ/MWh, η ουκρανική αγορά διαπραγματεύεται στην περιοχή των 36 ευρώ/MWh. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι οι δύο αγορές ακολουθούν το τελευταίο διάστημα σχεδόν αντίθετες κατευθύνσεις: από τις αρχές Ιουλίου η ευρωπαϊκή τιμή έχει πραγματοποιήσει ισχυρό ράλι, ενώ η ουκρανική υποχωρεί σταδιακά.

Γεμάτες αποθήκες στην Ουκρανία, αγώνας δρόμου στην Ευρώπη

Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον ενόψει του χειμώνα. Η Ευρώπη δυσκολεύεται να αναπληρώσει τα αποθέματά της σε ένα περιβάλλον υψηλών τιμών και αυξημένης αβεβαιότητας ως προς την προσφορά.

Στην Ουκρανία, αντίθετα, τα αποθέματα φυσικού αερίου έχουν φθάσει σε υψηλό πενταετίας, στα 14,4 δισ. κυβικά μέτρα. Βρίσκονται δηλαδή ήδη μια ανάσα από τον κυβερνητικό στόχο των 14,6 δισ. κυβικών μέτρων για την έναρξη της περιόδου θέρμανσης – και μάλιστα περίπου δύο μήνες νωρίτερα από τον προγραμματισμό.

Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να θεωρηθεί εξαιρετικά θετική για μια χώρα που εξακολουθεί να βρίσκεται σε πόλεμο και της οποίας οι ενεργειακές υποδομές αποτελούν επανειλημμένα στόχο ρωσικών επιθέσεων. Πίσω από τους αριθμούς, όμως, βρίσκεται μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα.

Το πλεόνασμα που δημιούργησε ο πόλεμος

Στην ουκρανική εμπορική αγορά έχει δημιουργηθεί σημαντικό πλεόνασμα φυσικού αερίου, όχι τόσο επειδή αυξήθηκε θεαματικά η προσφορά όσο επειδή έχει περιοριστεί η ζήτηση.

Μετά τις ρωσικές επιθέσεις, μεγάλοι βιομηχανικοί καταναλωτές αναγκάστηκαν να μειώσουν την παραγωγή τους. Ορισμένες βιομηχανικές εγκαταστάσεις έχουν δεχθεί άμεσα πλήγματα, ενώ οι ζημιές στις λιμενικές υποδομές έχουν περιορίσει τη δυνατότητα εξαγωγών μέσω θαλάσσης.

Η χαμηλότερη παραγωγή έχει με τη σειρά της περιορίσει σημαντικά την κατανάλωση φυσικού αερίου από τη χαλυβουργία, τη χημική βιομηχανία και τον αγροτικό τομέα, που συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους εμπορικούς καταναλωτές αερίου της χώρας.

Έτσι δημιουργείται το παράδοξο: η καταστροφή παραγωγικής δυναμικότητας και η κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας περιορίζουν τη ζήτηση για ενέργεια, με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται ποσότητες φυσικού αερίου και οι τιμές να πιέζονται προς τα κάτω.

Γιατί η Ουκρανία δεν πουλά το φθηνό αέριο στην Ευρώπη

Υπό κανονικές συνθήκες, μια διαφορά τιμής άνω των 30 ευρώ/MWh θα δημιουργούσε ισχυρό κίνητρο για εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εδώ όμως παρεμβαίνει η απαγόρευση εξαγωγής φυσικού αερίου εγχώριας παραγωγής, η οποία βρίσκεται σε ισχύ από την έναρξη της πλήρους ρωσικής εισβολής.

Τους τελευταίους μήνες είχε ανοίξει συζήτηση για μερική άρση της απαγόρευσης. Η πρόταση προέβλεπε να επιτραπούν πριν από την περίοδο θέρμανσης εξαγωγές έως και του 15% της εγχώριας παραγωγής, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε 250-260 εκατ. κυβικά μέτρα τον μήνα.

Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βαλβίδα αποσυμπίεσης για την ουκρανική αγορά. Θα περιόριζε το πλεόνασμα, θα στήριζε τις τιμές των παραγωγών και ταυτόχρονα θα δημιουργούσε πολύτιμα έσοδα σε συνάλλαγμα για την ουκρανική οικονομία.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ExPro, η επανέναρξη των εξαγωγών φαίνεται πλέον ότι μετατίθεται για την άνοιξη του 2027. Εφόσον αυτό επιβεβαιωθεί, η πίεση στις ουκρανικές τιμές μπορεί να συνεχιστεί τους επόμενους μήνες, διατηρώντας ή ακόμη και διευρύνοντας την ψαλίδα έναντι της ΕΕ.

Γιατί σταμάτησαν και οι εισαγωγές

Η μεγάλη διαφορά τιμών έχει αλλάξει και τις εμπορικές ροές. Με το εγχώριο φυσικό αέριο πολύ φθηνότερο από το ευρωπαϊκό, οι ιδιωτικές εταιρείες στην Ουκρανία δεν έχουν ουσιαστικό οικονομικό κίνητρο να πραγματοποιήσουν εισαγωγές.

Αυτό είναι σημαντική αντιστροφή σε σχέση με περιόδους κατά τις οποίες η Ουκρανία στρεφόταν στην ευρωπαϊκή αγορά για να ενισχύσει τα αποθέματά της ενόψει του χειμώνα. Με τις αποθήκες κοντά στον κυβερνητικό στόχο και το εγχώριο αέριο να διαπραγματεύεται με τεράστιο discount, η οικονομική λογική των εισαγωγών έχει σχεδόν εξαφανιστεί.

Το ερώτημα είναι πόσο μπορεί να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση. Ένας βαρύς χειμώνας, νέες επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές ή προβλήματα στην εγχώρια παραγωγή θα μπορούσαν να μεταβάλουν γρήγορα την ισορροπία.

Ο άγνωστος «Χ»: Το αέριο στις ουκρανικές αποθήκες που ανήκει σε Ευρωπαίους

Υπάρχει, όμως, ακόμη μία παράμετρος με ευρωπαϊκό ενδιαφέρον: το καθεστώς του λεγόμενου «customs warehouse».

Η Ουκρανία διαθέτει τεράστια υπόγεια αποθηκευτική δυναμικότητα και τα προηγούμενα χρόνια ευρωπαϊκές εταιρείες αξιοποίησαν τις εγκαταστάσεις της για την αποθήκευση φυσικού αερίου. Το αέριο αυτό μπορεί να βρίσκεται φυσικά στην Ουκρανία, αλλά δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη μέρος της εγχώριας ουκρανικής προσφοράς.

Εάν η μεγάλη διαφορά τιμών μεταξύ Ουκρανίας και ΕΕ διατηρηθεί, το ερώτημα είναι κατά πόσο θα μπορούσαν να αυξηθούν οι επανεξαγωγές τέτοιων ποσοτήτων προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Αυτό δεν ισοδυναμεί με άρση της απαγόρευσης εξαγωγών ουκρανικού αερίου. Θα μπορούσε όμως να επηρεάσει τις φυσικές ροές, την πληρότητα των αποθηκών και, υπό προϋποθέσεις, τις ισορροπίες στην εγχώρια αγορά.

Δύο αγορές που κινούνται πλέον αντίθετα

Το διάγραμμα της ExPro αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την αλλαγή που έχει συντελεστεί μέσα στο 2026. Στις αρχές του έτους οι τιμές στην Ουκρανία και στο TTF βρίσκονταν σχετικά κοντά, ενώ τον Απρίλιο η ουκρανική τιμή είχε φθάσει ακόμη και κοντά στην ευρωπαϊκή.

Από τον Ιούλιο, όμως, οι δύο καμπύλες αποσυνδέθηκαν. Το TTF επιταχύνει προς την περιοχή των 70 ευρώ/MWh, ενώ η ουκρανική τιμή έχει υποχωρήσει προς τα 36 ευρώ/MWh.

Η διαφορά των περίπου 33 ευρώ/MWh είναι πλέον τόσο μεγάλη ώστε δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μια συνηθισμένη περιφερειακή απόκλιση τιμών. Αντανακλά ουσιαστικά δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες: από τη μία μια ευρωπαϊκή αγορά που πληρώνει ακριβά την αβεβαιότητα της προσφοράς και από την άλλη μια εμπόλεμη οικονομία όπου η καταστροφή βιομηχανικής δραστηριότητας έχει δημιουργήσει, παραδόξως, περίσσευμα φυσικού αερίου.

Και όσο το Κίεβο κρατά κλειστή την πόρτα στις εξαγωγές εγχώριας παραγωγής, οι δύο αγορές μπορούν να συνεχίσουν να κινούνται σε διαφορετικούς κόσμους – με το ουκρανικό αέριο να κοστίζει σχεδόν τα μισά από όσα πληρώνει σήμερα η Ευρώπη.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας