Στα 48,7 δισ. δολάρια Αυστραλίας (περίπου 35,2 δισ. δολάρια ΗΠΑ) εκτιμάται πλέον το κόστος του μακροχρόνια καθυστερημένου έργου υγροποιημένου φυσικού αερίου Browse της Woodside Energy, σύμφωνα με νέα μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό της εταιρείας.
Το έργο, που αφορά την αξιοποίηση του μεγαλύτερου ανεκμετάλλευτου κοιτάσματος φυσικού αερίου της Αυστραλίας, είχε κατατεθεί προς έγκριση στις ρυθμιστικές αρχές το 2018. Το 2019 το εκτιμώμενο κόστος ανερχόταν σε 27,3 δισ. δολάρια Αυστραλίας, ωστόσο στη συνέχεια αυξήθηκε σημαντικά, ιδίως μετά την προσθήκη το 2023 μονάδας δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS).
Η πρόοδος του έργου έχει καθυστερήσει λόγω περιβαλλοντικών εγκρίσεων και διαπραγματεύσεων για συμφωνίες επεξεργασίας του φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με οικονομική μελέτη επιπτώσεων της Deloitte, το έργο εκτιμάται πλέον στα 48,7 δισ. δολάρια Αυστραλίας, με την έκθεση να σημειώνει ότι οι υπολογισμοί βασίζονται σε διαφορετικές παραδοχές και διαφορετική βάση έτους σε σχέση με την προηγούμενη εκτίμηση.
Η μελέτη αναφέρει ότι πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα έργα στην ιστορία της Αυστραλίας ως προς το κεφαλαιουχικό κόστος, προβλέποντας παράλληλα τη δημιουργία 3.068 θέσεων πλήρους απασχόλησης και φορολογικά έσοδα ύψους 56,2 δισ. δολαρίων Αυστραλίας.
Η Woodside σχεδιάζει την αξιοποίηση των κοιτασμάτων Browse, στα βορειοδυτικά της χώρας, για την τροφοδοσία της μονάδας LNG North West Shelf, η οποία έχει λάβει παράταση λειτουργίας έως το 2070.
Η συνιστώσα CCS του έργου προβλέπει την έγχυση έως και 4 εκατ. τόνων διοξειδίου του άνθρακα ετησίως πίσω στους ταμιευτήρες του κοιτάσματος, με στόχο τη μείωση των άμεσων εκπομπών κατά περίπου 47%.
Το έργο έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες υποστηρίζουν ότι απειλεί το οικοσύστημα του υφάλου Scott Reef, όπου ζουν απειλούμενα είδη, όπως φάλαινες και θαλάσσιες χελώνες.
Η τελική εισήγηση των αυστραλιανών περιβαλλοντικών αρχών προς την κυβέρνηση για την έγκριση ή απόρριψη του έργου αναμένεται μέσα στον επόμενο μήνα.
Στο έργο συμμετέχουν ως εταίροι η BP, η Mitsui & Co, η Mitsubishi και η διεθνής θυγατρική της PetroChina.
Πηγή: Reuters