Ο περιορισμός στην αδειοδότηση νέων έργων αιολικής και ηλιακής ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του ενεργειακού κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, σύμφωνα με νέα οικονομική μελέτη.
Η ανάλυση της NERA Economic Consulting, που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Corporate Energy Buyers Association (CEBA), εκτιμά ότι η παρεμπόδιση της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα μπορούσε να επιβαρύνει την αμερικανική οικονομία με επιπλέον 121,2 δισ. δολάρια σε σωρευτικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου την περίοδο 2027–2033.
Η μελέτη εξετάζει την ταχεία αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία αποδίδεται κυρίως στην ανάπτυξη των data centers και της τεχνητής νοημοσύνης. Συγκρίνει σενάρια ελεύθερης ανάπτυξης έργων ΑΠΕ με σενάρια όπου η αδειοδότηση αιολικών και φωτοβολταϊκών έργων περιορίζεται τεχνητά.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι περιορισμοί στις ανανεώσιμες πηγές οδηγούν σε υψηλότερο διαρθρωτικό κόστος, καθώς αυξάνεται η ανάγκη για εφεδρικές μονάδες παραγωγής από φυσικό αέριο, όπως οι σταθμοί αιχμής.
Μεγαλύτερη επιβάρυνση για τα νοικοκυριά
Το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής επιβάρυνσης αναμένεται να αφορά τα νοικοκυριά, τα οποία θα επωμιστούν περίπου 81,2 δισ. δολάρια την επταετία. Αυτό αντιστοιχεί, κατά μέσο όρο, σε επιπλέον 59 δολάρια ετησίως για το φυσικό αέριο και 26 δολάρια για την ηλεκτρική ενέργεια ανά νοικοκυριό.
Οι εμπορικοί και βιομηχανικοί καταναλωτές θα επιβαρυνθούν με περίπου 40 δισ. δολάρια συνολικά, καθώς το αυξημένο κόστος μετακυλίεται στις τιμές παραγωγής και κατανάλωσης.
Ανισομερείς αυξήσεις στις τιμές ρεύματος
Οι επιπτώσεις δεν θα είναι ομοιόμορφες σε όλες τις περιοχές των ΗΠΑ. Στο σύστημα ERCOT του Τέξας οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας ενδέχεται να αυξηθούν έως και 22%, ενώ στην περιοχή NYISO της Νέας Υόρκης η αύξηση εκτιμάται στο 11%. Στις δυτικές πολιτείες η άνοδος υπολογίζεται περίπου στο 9%.
Συνολικά, στις ανταγωνιστικές αγορές ηλεκτρισμού των ΗΠΑ, οι τιμές ρεύματος θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά 10% έως 11% σε περίπτωση περιορισμού της ανάπτυξης καθαρής ενέργειας.
Πίεση στο σύστημα φυσικού αερίου
Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι η επιβράδυνση των έργων ΑΠΕ θα απαιτούσε την κατασκευή επιπλέον 32 έως 38 GW μονάδων φυσικού αερίου για την κάλυψη της ζήτησης αιχμής. Ωστόσο, η ήδη αυξημένη ζήτηση από τα data centers έχει εξαντλήσει τη διαθέσιμη παραγωγική ικανότητα των τουρμπινών, ενώ το κόστος τους έχει αυξηθεί σημαντικά.
Ο ρόλος της καθαρής ενέργειας
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της μελέτης, σε συνθήκες τεχνολογικά ουδέτερης αγοράς θα αναπτυσσόταν σημαντική δυναμικότητα ανανεώσιμων πηγών, με 135–143 GW ηλιακής και έως 297 GW αιολικής ενέργειας. Αυτό θα μείωνε τη συμμετοχή του φυσικού αερίου στην κάλυψη της ζήτησης αιχμής από 43% σε 27%.
Οι συντάκτες της έκθεσης καταλήγουν ότι μόνο ένα ουδέτερο και ανταγωνιστικό πλαίσιο αδειοδότησης μπορεί να περιορίσει το ενεργειακό κόστος και να διασφαλίσει τη σταθερότητα του συστήματος, ενώ οι περιορισμοί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μεταφέρουν το οικονομικό βάρος στους τελικούς καταναλωτές.
Πηγή: pv-magazine