Νέα παραγωγική δυναμικότητα, πραγματική χρονική αντιστοίχιση παραγωγής και κατανάλωσης, πλήρης ανάληψη του κόστους σύνδεσης και προστασία των υφιστάμενων καταναλωτών ζητά η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας. Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) με θέμα «Βελτίωση του σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας – Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1711 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2024 για την τροποποίηση των οδηγιών (ΕΕ) 2018/2001 και (ΕΕ) 2019/944 και λοιπές διατάξεις», η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) καταθέτει τις θέσεις της επί των διατάξεων που αφορούν τη σύνδεση και την ηλεκτροδότηση των Κέντρων Δεδομένων.
Η ΕΒΙΚΕΝ αναγνωρίζει τη σημασία των επενδύσεων σε Κέντρα Δεδομένων και τη συμβολή τους στον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η ανάπτυξη νέων ψηφιακών υποδομών δεν μπορεί να πραγματοποιείται με μετακύλιση του κόστους, των κινδύνων επάρκειας ηλεκτρικής ισχύος ή των αναγκών ενίσχυσης των δικτύων στους υφιστάμενους καταναλωτές και, κυρίως, στην εγχώρια βιομηχανία.
Όπως υπογραμμίζει η Ένωση, τα Κέντρα Δεδομένων αποτελούν φορτία βάσης, καθώς λειτουργούν αδιάλειπτα, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο και 365 ημέρες τον χρόνο. Ενδεικτικά, ένα Κέντρο Δεδομένων ισχύος 200 MW μπορεί να καταναλώνει περίπου 1,75 TWh ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως, μέγεθος που το καθιστά έναν από τους μεγαλύτερους μεμονωμένους καταναλωτές ενέργειας στη χώρα.
Για τον λόγο αυτό, η ΕΒΙΚΕΝ θεωρεί ότι η σύνδεση τέτοιων εγκαταστάσεων πρέπει να συνοδεύεται από αυστηρούς κανόνες διαφάνειας, ενεργειακής ουδετερότητας και πλήρους ανάληψης του κόστους που προκαλούν στο Σύστημα και στα Δίκτυα. Παράλληλα, ζητά να αποδεικνύεται ότι η λειτουργία τους συμβάλλει ουσιαστικά στην πράσινη μετάβαση και δεν περιορίζεται σε μια λογιστική αντιστάθμιση της κατανάλωσής τους μέσω συμβάσεων προμήθειας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Απαίτηση για κάλυψη του συνόλου της κατανάλωσης από νέα παραγωγή
Κεντρική θέση της ΕΒΙΚΕΝ είναι ότι η κάλυψη μόλις του 60% της ετήσιας κατανάλωσης ενός Κέντρου Δεδομένων από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) δεν επαρκεί για να διασφαλιστεί ότι το νέο φορτίο δεν επιβαρύνει το ηλεκτρικό σύστημα.
Η Ένωση ζητά η συνολική κατανάλωση να καλύπτεται από νέα παραγωγική δυναμικότητα, με την ανάπτυξη πρόσθετων έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης που θα συνδέονται άμεσα με τη δημιουργία του συγκεκριμένου φορτίου. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι δεν αρκεί η αντιστοίχιση της ετήσιας παραγωγής και κατανάλωσης σε επίπεδο μεγαβατωρών (MWh), αλλά απαιτείται πραγματική χρονική σύμπτωση μεταξύ της παραγόμενης και της καταναλισκόμενης ενέργειας.
Το ζητούμενο είναι να αποδεικνύεται ότι η ενέργεια από ΑΠΕ είναι διαθέσιμη κατά τις ίδιες χρονικές περιόδους που λειτουργεί και καταναλώνει ηλεκτρική ενέργεια το Κέντρο Δεδομένων. Διαφορετικά, κατά τις ώρες χαμηλής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, το φορτίο θα εξακολουθεί να εξαρτάται από τις συμβατικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, τις εφεδρείες και τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις της χώρας.
Επιφυλάξεις για τα χρηματοοικονομικά PPAs
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η ΕΒΙΚΕΝ στη δυνατότητα συμμόρφωσης των επενδυτών μέσω χρηματοοικονομικών συμβάσεων, όπως τα CfD και τα Virtual PPAs, εκφράζοντας επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσο αυτές μπορούν να εγγυηθούν πραγματική αντιστοίχιση παραγωγής και κατανάλωσης.
Όπως επισημαίνει, οι συγκεκριμένες συμβάσεις δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκη φυσική παράδοση ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε δεσμεύουν συγκεκριμένες μονάδες παραγωγής για την κάλυψη ενός συγκεκριμένου φορτίου. Ως αποτέλεσμα, δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους ούτε την πλήρη ιχνηλασιμότητα της ενέργειας ούτε τη χρονική σύμπτωση παραγωγής και κατανάλωσης.
Αντίστοιχα προβλήματα, σύμφωνα με την Ένωση, προκύπτουν όταν χρησιμοποιούνται γενικά χαρτοφυλάκια ΑΠΕ μεγάλων καθετοποιημένων επιχειρήσεων ή Φορέων Σωρευτικής Εκπροσώπησης (ΦΟΣΕ), χωρίς να είναι σαφές ποιες μονάδες παραγωγής εξυπηρετούν κάθε Κέντρο Δεδομένων και σε ποιο βαθμό η ίδια παραγωγή αντιστοιχίζεται σε περισσότερες συμβάσεις.
Για τον λόγο αυτό, η ΕΒΙΚΕΝ ζητά η συμμόρφωση να αποδεικνύεται μέσω απευθείας σύνδεσης με μονάδες παραγωγής ή μέσω συμβάσεων φυσικής παράδοσης ηλεκτρικής ενέργειας (Physical PPAs). Η παραγωγή θα πρέπει να δηλώνεται σε κάθε περίοδο εκκαθάρισης και να υπόκειται σε έλεγχο από τους αρμόδιους Διαχειριστές και τη ΡΑΑΕΥ.
Ειδικότερα, προτείνει να είναι δυνατή η ταυτοποίηση της μονάδας παραγωγής, της ποσότητας ενέργειας που παρέχεται, της σχετικής σύμβασης, του προμηθευτή στον οποίο παραδίδεται και του φορτίου που εξυπηρετείται. Η αντιστοίχιση αυτή θα πρέπει να γίνεται τουλάχιστον ανά δεκαπεντάλεπτη περίοδο εκκαθάρισης, ώστε να μπορεί να επαληθεύεται εκ των υστέρων.
Να καλύπτουν οι επενδυτές το σύνολο του κόστους
Στο σκέλος των υποδομών, η ΕΒΙΚΕΝ ζητά οι επενδυτές των Κέντρων Δεδομένων να αναλαμβάνουν πλήρως το κόστος σύνδεσης, κατασκευής νέων υποσταθμών, επέκτασης ή ενίσχυσης των δικτύων μεταφοράς και διανομής, καθώς και κάθε πρόσθετης επένδυσης που καθίσταται αναγκαία εξαιτίας της εγκατάστασής τους.
Η βασική θέση της είναι ότι οι δαπάνες που προκαλούνται αποκλειστικά από νέα φορτία μεγάλης κλίμακας δεν πρέπει να μετακυλίονται στους υπόλοιπους καταναλωτές μέσω των ρυθμιζόμενων χρεώσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Ένωση ζητά να θεσπιστεί ρητή ρήτρα μη επιβάρυνσης των λοιπών καταναλωτών, ώστε η ανάπτυξη και λειτουργία των Κέντρων Δεδομένων να μην οδηγεί σε αύξηση των χρεώσεων χρήσης του Συστήματος και των Δικτύων ή άλλων ρυθμιζόμενων χρεώσεων. Κατά την ΕΒΙΚΕΝ, το κόστος που συνδέεται με την επάρκεια ισχύος, την ευελιξία, τις εφεδρείες και τις απαιτούμενες δικτυακές επενδύσεις πρέπει να βαρύνει τους επενδυτές που δημιουργούν τις σχετικές ανάγκες.
Όχι προνομιακή μεταχείριση έναντι της βιομηχανίας
Παράλληλα, η Ένωση αντιτίθεται σε οποιαδήποτε προνομιακή μεταχείριση των Κέντρων Δεδομένων έναντι των υφιστάμενων βιομηχανικών καταναλωτών. Ειδικότερα, ζητά να μην αποκτούν προτεραιότητα στη διάθεση ηλεκτρικού χώρου ή προνομιακή πρόσβαση σε διαθέσιμη ισχύ, ούτε να επωφελούνται από καθεστώτα που δεν είναι αντίστοιχα διαθέσιμα στην εγχώρια μεταποίηση.
Η ΕΒΙΚΕΝ υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη νέων ψηφιακών δραστηριοτήτων δεν μπορεί να γίνεται σε βάρος της υφιστάμενης παραγωγικής βάσης της χώρας, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.
Μελέτες επιπτώσεων και εγγυήσεις επάρκειας ισχύος
Για τη διασφάλιση της ομαλής ένταξης των νέων φορτίων στο ηλεκτρικό σύστημα, η Ένωση ζητά να προηγείται κάθε χορήγησης όρων σύνδεσης ειδική μελέτη επιπτώσεων από τον ΑΔΜΗΕ και, όπου απαιτείται, από τον ΔΕΔΔΗΕ.
Η μελέτη θα πρέπει να εξετάζει τις επιπτώσεις στην επάρκεια ισχύος και την ασφάλεια εφοδιασμού, τις ανάγκες νέων επενδύσεων στα δίκτυα, την ενδεχόμενη αύξηση των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, τις επιπτώσεις στις χρεώσεις χρήσης Συστήματος και Δικτύων, καθώς και τις συνέπειες για τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας. Η δημοσιοποίηση των σχετικών αξιολογήσεων προτείνεται να αποτελεί προϋπόθεση της αδειοδοτικής διαδικασίας.
Επιπλέον, η ΕΒΙΚΕΝ επισημαίνει ότι η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται στην ετήσια κατανάλωση ενέργειας, αλλά να λαμβάνει υπόψη και την απαιτούμενη ισχύ σε MW. Θα πρέπει να τεκμηριώνεται εκ των προτέρων πώς θα καλύπτονται οι ανάγκες των Κέντρων Δεδομένων κατά τις περιόδους χαμηλής παραγωγής ΑΠΕ, ποια εφεδρική ισχύς θα είναι διαθέσιμη και ποιος θα αναλαμβάνει το σχετικό κόστος, χωρίς να δημιουργούνται πρόσθετες επιβαρύνσεις για τους υπόλοιπους καταναλωτές.
Τέσσερις βασικές προϋποθέσεις
Συνοψίζοντας τη θέση της, η ΕΒΙΚΕΝ υπογραμμίζει ότι η σύνδεση Κέντρων Δεδομένων μεγάλης κλίμακας μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο εφόσον πληρούνται τέσσερις βασικές προϋποθέσεις: η ζήτησή τους καλύπτεται από νέα παραγωγική δυναμικότητα με πραγματική χρονική αντιστοίχιση παραγωγής και κατανάλωσης, η συμμόρφωση τεκμηριώνεται μέσω φυσικής παράδοσης και πλήρους ιχνηλασιμότητας, οι επενδυτές αναλαμβάνουν το σύνολο του κόστους που προκαλούν στο Σύστημα και στα Δίκτυα και, τέλος, δεν επιβαρύνονται άμεσα ή έμμεσα οι υφιστάμενοι καταναλωτές και ιδιαίτερα η ελληνική βιομηχανία.