Ουσιαστικά, η ενέργεια αναδείχθηκε σε μία από τις βασικές προτεραιότητες της τελευταίας συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στο πλαίσιο της συζήτησης για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μάλιστα, τα συμπεράσματα, που δημοσιεύθηκαν μετά τα μεσάνυχτα, αποτυπώνουν τις δυσκολίες επίτευξης συμφωνίας, αλλά και την κοινή διαπίστωση ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος επιβαρύνει την ευρωπαϊκή παραγωγή και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
'Έτσι, οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει πρόσθετες παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της αύξησης των τιμών ενέργειας σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κράτους-μέλους και τις σημαντικές αποκλίσεις στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, ζητούν να διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη άμεσης στήριξης της οικονομίας και στον μακροπρόθεσμο στόχο της ενεργειακής μετάβασης.
Στο ίδιο πλαίσιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής για αναβολή ορισμένων υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό για το μεθάνιο, καθώς και την πρόθεσή της να παρατείνει το προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για τους βιομηχανικούς κλάδους που πλήττονται περισσότερο από το ενεργειακό κόστος. Στις πρωτοβουλίες που εξετάζονται περιλαμβάνονται, επίσης, η βελτιστοποίηση της δυναμικότητας και της αποδοτικότητας των διυλιστηρίων της ΕΕ, αλλά και η εθελοντική συγκέντρωση της ζήτησης ενέργειας.
Την ίδια ώρα, οι ηγέτες υπογραμμίζουν την ανάγκη περιορισμού των διοικητικών και κανονιστικών επιβαρύνσεων, κυρίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μέσω της απλούστευσης και της επιτάχυνσης των διαδικασιών αδειοδότησης και της κατάργησης περιττών γραφειοκρατικών υποχρεώσεων.
Μάχη για το ETS2 και τις επιπτώσεις στην οικονομία
'Ενα από τα πιο ακανθώδη πεδία των διαπραγματεύσεων ήταν, πάντως, το δεύτερο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών, το ETS2, το οποίο προβλέπει την τιμολόγηση των εκπομπών από καύσιμα που χρησιμοποιούνται στις οδικές μεταφορές και στα κτίρια. Οι διαφωνίες αφορούσαν και βέβαια αφορούν τόσο τον σχεδιασμό και τις δικλίδες ασφαλείας του συστήματος όσο και τον χρόνο εφαρμογής του, με μια ομάδα κρατών να ζητά την αναβολή του τουλάχιστον έως το 2030.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι χώρες του Βίζεγκραντ —Σλοβακία, Ουγγαρία, Τσεχία και Πολωνία— τάχθηκαν υπέρ της αναβολής, με την Ελλάδα και την Ιταλία να στηρίζουν την ανάγκη επανεξέτασης του πλαισίου. Βασικό επιχείρημα των χωρών που ζήτησαν αλλαγές είναι ότι οι μεγάλες οικονομικές και εισοδηματικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών καθιστούν δύσκολη την οριζόντια εφαρμογή ενός μέτρου με ενδεχόμενες επιπτώσεις στο κόστος μετακίνησης και θέρμανσης.
Στον αντίποδα, χώρες όπως η Γερμανία απορρίπτουν το ενδεχόμενο αναστολής του ETS2. Το χάσμα αποτυπώνεται και στις εκτιμήσεις Ευρωπαίων διπλωματών, οι οποίοι, σύμφωνα με δημοσιεύματα, θεωρούν ότι οι προτεινόμενες αλλαγές δεν συγκεντρώνουν την αναγκαία πολιτική υποστήριξη. Στο επίκεντρο βρέθηκε, συνεπώς, όχι μόνο η περιβαλλοντική διάσταση του μέτρου, αλλά και η κατανομή του οικονομικού του βάρους σε κοινωνίες και οικονομίες με διαφορετικές αντοχές.
Στο φόντο αυτό , το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζητά από την Επιτροπή να επικαιροποιήσει την αξιολόγηση των επιπτώσεων του ETS2, με ιδιαίτερη έμφαση στον σχεδιασμό του και στις δικλίδες ασφαλείας. Οι ηγέτες καλούν, επίσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να επιταχύνουν τις εργασίες για το Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς, με στόχο τον περιορισμό των υπερβολικών διακυμάνσεων στις τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών.
Το ζητούμενο, όπως αποτυπώνεται στα συμπεράσματα, είναι η διαμόρφωση μιας εύρυθμης, διαφανούς και προβλέψιμης αγοράς άνθρακα, η οποία θα προστατεύει την ευρωπαϊκή βιομηχανία από τον κίνδυνο διαρροής άνθρακα και θα περιορίζει τη μεταβλητότητα των τιμών, καθώς και τις επιπτώσεις τους στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Ταυτόχρονα, οι ηγέτες επιμένουν ότι το ETS πρέπει να διατηρήσει τον ρόλο του στην ενεργειακή και κλιματική μετάβαση, παρέχοντας κίνητρα για επενδύσεις και καινοτομία.
Το μήνυμα Μητσοτάκη για πρόσθετα μέτρα στήριξης
Την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αντίδρασης στην ενεργειακή κρίση ανέδειξε από την πλευρά του ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ζητώντας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επανέλθει με πρόσθετες προτάσεις πέραν όσων έχουν ήδη κατατεθεί.
«Δεν εκτιμώ ότι η διαπραγμάτευση αυτή θα τελειώσει σήμερα ή αύριο, αλλά θα ζητήσουμε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προσέλθει με προτάσεις πρόσθετες πέραν των όσων έχει καταθέσει», ανέφερε προσερχόμενος στη σύνοδο, περιγράφοντας το κλίμα των διαβουλεύσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες μάλιστα, ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι το αρχικό προσχέδιο των συμπερασμάτων δεν ανταποκρινόταν στον επείγοντα χαρακτήρα της κρίσης που προκαλούν οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας. Παράλληλα, φέρεται να ζήτησε μεγαλύτερη ευελιξία εντός του ισχύοντος δημοσιονομικού πλαισίου, προκειμένου τα κράτη-μέλη να μπορούν να υιοθετούν στοχευμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης.
Στο επίκεντρο της ελληνικής θέσης βρίσκεται η ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι πραγματικές επιπτώσεις της ενεργειακής πολιτικής στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, στην απασχόληση και στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η συζήτηση αναδεικνύει, ωστόσο, ένα ευρύτερο δίλημμα για την ΕΕ: πώς θα επιταχύνει την απανθρακοποίηση χωρίς να επιβαρύνει δυσανάλογα τις οικονομίες που διαθέτουν μικρότερα περιθώρια δημοσιονομικής παρέμβασης.
Πάντως, η πρώτη ημέρα της συνόδου επιβεβαίωσε τις δυσκολίες διαμόρφωσης κοινής ευρωπαϊκής απάντησης. Παρά την αναγνώριση της ανάγκης αντιμετώπισης του ενεργειακού κόστους, τα κράτη-μέλη εξακολουθούν να διαφωνούν ως προς τα εργαλεία, την έκταση των παρεμβάσεων και τον επιμερισμό των βαρών. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο διαφορετικών εθνικών προσεγγίσεων, ανάλογα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες και τις ανάγκες κάθε χώρας.
Στρατηγικά αποθέματα αερίου και ενεργειακή ασφάλεια
Στο τραπέζι των συζητήσεων φέρεται να βρέθηκε, επίσης, η ιδέα δημιουργίας στρατηγικών αποθεμάτων φυσικού αερίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα που επικαλούνται Ευρωπαίους αξιωματούχους, η πρόταση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αποσκοπεί στη θωράκιση της ΕΕ απέναντι σε μελλοντικούς κινδύνους για τον ενεργειακό εφοδιασμό, κατά τρόπο αντίστοιχο με τις προβλέψεις που ισχύουν για το πετρέλαιο.
Πάντως, στα συμπεράσματα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογραμμίζει τη σημασία του διεθνούς συντονισμού για τη σταθεροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού και ζητά να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη εμπορία ενέργειας και ενεργειακών προϊόντων μεταξύ των χωρών-εταίρων.
Μακροπρόθεσμα, οι ηγέτες επαναλαμβάνουν ότι η μείωση της εξάρτησης από τις ασταθείς αγορές ορυκτών καυσίμων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη στρατηγική αυτονομία και την ανθεκτικότητα της Ευρώπης. Στα συμπεράσματα, η ενεργειακή μετάβαση περιγράφεται ως η αποτελεσματικότερη στρατηγική για τη διαρθρωτική μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής καθαρής ενέργειας.
Η κατεύθυνση αυτή προϋποθέτει την επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού, την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών και άλλων πηγών ενέργειας χαμηλών εκπομπών, την επέκταση των δικτύων και των υποδομών αποθήκευσης, καθώς και τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης. Η πρόκληση για την ΕΕ είναι να προχωρήσει σε αυτές τις αλλαγές διασφαλίζοντας παράλληλα προσιτές τιμές και επαρκή ενεργειακή τροφοδοσία.
Νέος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός και διαφωνίες για τους ίδιους πόρους
Δύσκολες αποδείχθηκαν και οι διαβουλεύσεις για τον επόμενο πολυετή δημοσιονομικό προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034, καθώς και για τη δημιουργία νέων ευρωπαϊκών «ιδίων πόρων», δηλαδή εσόδων που θα κατευθύνονται απευθείας στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ιρλανδία φέρεται να πρότεινε την αύξηση από 75% σε 90% του ποσοστού των εσόδων από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) που θα αποδίδεται στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Ο μηχανισμός επιβάλλει σχετική επιβάρυνση σε εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων από τρίτες χώρες, με στόχο να περιοριστεί ο κίνδυνος μεταφοράς της παραγωγής σε περιοχές με λιγότερο αυστηρούς κλιματικούς κανόνες.
Την ίδια στιγμή, η πρόταση για μεταφορά σε ευρωπαϊκό επίπεδο εσόδων που προκύπτουν από το υφιστάμενο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών συνάντησε αντιδράσεις από κράτη-μέλη που δεν επιθυμούν να απολέσουν σημαντικές εθνικές πηγές χρηματοδότησης.