Η ενεργειακή κρίση επιστρέφει στο προσκήνιο, συμπιέζοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις και εντείνοντας τις πιέσεις προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Λίγες ημέρες μετά τη Σύνοδο Κορυφής, χωρίς άμεση απόφαση για μια νέα κοινή ευρωπαϊκή παρέμβαση, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου και ηλεκτρικής ενέργειας κινούνται ανοδικά, ενώ οι κοινωνικές αντιδράσεις κλιμακώνονται σε αρκετές χώρες. Στην Αθήνα, το ενδιαφέρον στρέφεται στο Eurogroup και στη διεκδίκηση μεγαλύτερης δημοσιονομικής ευελιξίας, ώστε να καταστεί δυνατή η χρηματοδότηση πρόσθετων μέτρων εφόσον οι πιέσεις παραμείνουν.
Πετρέλαιο πάνω από τα 109 δολάρια και νέες πιέσεις στη χονδρεμπορική αγορά ρεύματος
Πιο συγκεκριμένα, νέα εστία ανησυχίας για την ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά δημιουργεί η άνοδος του πετρελαίου, με το Brent να ξεπερνά τα 109 δολάρια ανά βαρέλι στο άνοιγμα της εβδομάδας. Εν τω μεταξύ μπορεί η τιμή να αποκλιμακώθηκε σε επίπεδα κοντά στα 107 δολάρια αλλά σίγουρα παραμένει ψηλά με το φυσικό αέριο στον κόμβο TTF να κινείται ανοδικά στην έναρξη της εβδομάδας, σε επίπεδα άνω των 88,73 ευρώ/MWh,
Η όλη εξέλιξη ενισχύει, πάντως, τους φόβους για παρατεταμένη διατήρηση του ενεργειακού κόστους σε υψηλά επίπεδα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές εξελίξεις εξακολουθούν να καθορίζουν τις προσδοκίες των αγορών.
Την ίδια ώρα, ισχυρές ανατιμήσεις καταγράφονται στις χονδρεμπορικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης. Στην Ελλάδα, η τιμή διαμορφώθηκε στα 232,43 ευρώ ανά μεγαβατώρα, με ημερήσια αύξηση περίπου 29%, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται.
Η ανοδική κίνηση δεν περιορίζεται στην ελληνική αγορά. Στην Ιταλία η τιμή έφτασε τα 255,76 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στην Αυστρία τα 236,72 ευρώ, στην Κροατία τα 260,47 ευρώ και στη Βουλγαρία τα 279,48 ευρώ. Στη Ρουμανία διαμορφώθηκε στα 281,07 ευρώ, ενώ στην Ουγγαρία έφτασε τα 292,39 ευρώ. Στη Σερβία καταγράφηκε τιμή 300,22 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι ημερήσιες μεταβολές στην Ισπανία και την Πορτογαλία, όπου οι τιμές εμφανίζονται αυξημένες κατά 198% και 184% αντίστοιχα, φτάνοντας τα 218,51 και 216,66 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Οι αποκλίσεις μεταξύ των αγορών αποτυπώνουν τη μεταβλητότητα του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος και τη σημασία των συνθηκών παραγωγής, του ενεργειακού μείγματος και των διασυνδέσεων. Παράλληλα, η άνοδος των χονδρεμπορικών τιμών επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για καταναλωτές και επιχειρήσεις, χωρίς η μεταβολή στη χονδρεμπορική αγορά να μεταφέρεται αυτομάτως και στον ίδιο βαθμό στα τελικά τιμολόγια.
Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι κρατούν ψηλά το ενεργειακό κόστος
Στο μεταξύ, η πορεία του Brent εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τις προοπτικές των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο και την αβεβαιότητα γύρω από τις διπλωματικές προσπάθειες αποκλιμάκωσης.
Στο ευνοϊκότερο σενάριο που αποδίδεται στην Goldman Sachs Research, το Brent θα μπορούσε να διαμορφωθεί στα 90 δολάρια ανά βαρέλι τον Δεκέμβριο του 2026 και να κινηθεί κατά μέσο όρο στα 80 δολάρια το 2027. Η εκτίμηση προϋποθέτει σχετική εξομάλυνση των εξαγωγών και υποχώρηση της ζήτησης.
Αντίθετα, η παράταση των εχθροπραξιών και οι νέες διαταραχές στην προσφορά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω ανατιμήσεις, με το δυσμενές σενάριο να ανεβάζει την τιμή ακόμη και στα 130 δολάρια ανά βαρέλι έως τα μέσα του 2027.
Η διαφορά μεταξύ των δύο σεναρίων είναι κρίσιμη για την ευρωπαϊκή οικονομία. Οι υψηλές τιμές πετρελαίου επιβαρύνουν τις μεταφορές, το κόστος παραγωγής και τις δαπάνες των νοικοκυριών, ενώ μπορούν να ενισχύσουν τις πληθωριστικές πιέσεις και να δυσκολέψουν την αποκλιμάκωση του συνολικού ενεργειακού κόστους.
Στο Eurogroup η ελληνική διεκδίκηση για μεγαλύτερη ευελιξία
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική πλευρά επιχειρεί να διασφαλίσει πρόσθετα περιθώρια για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας. Στην εβδομαδιαία ανασκόπησή του, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε έμφαση στις πρωτοβουλίες που παρουσιάστηκαν στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, με βασικό αίτημα την προσαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων ώστε να διευκολυνθούν στοχευμένες παρεμβάσεις στήριξης.
Η Σύνοδος δεν κατέληξε σε άμεση απόφαση για νέα κοινά μέτρα. Ωστόσο, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλείται να εξετάσει τις σχετικές προτάσεις.
Το επόμενο πεδίο διαπραγμάτευσης, αναπόφευκτα, είναι το Eurogroup της 9ης Νοεμβρίου, ενόψει του οποίου αναμένεται να ενταθούν οι τεχνικές διαβουλεύσεις μεταξύ της ελληνικής πλευράς και των ευρωπαϊκών θεσμών.
Στόχος, δε, της Αθήνας είναι να εξασφαλίσει μεγαλύτερη ευελιξία στην αξιοποίηση της ρήτρας διαφυγής για την ενέργεια, ώστε μέρος των διαθέσιμων δημοσιονομικών περιθωρίων να μπορεί να κατευθυνθεί σε επιδοτήσεις και εισοδηματικές ενισχύσεις, εφόσον η κρίση παραταθεί.
Η βασική δυσκολία, όμως, αφορά τον τρόπο εφαρμογής μιας τέτοιας ρύθμισης. Μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στο ενδεχόμενο γενικευμένης χαλάρωσης, καθώς μια ευνοϊκή απόφαση για την Ελλάδα θα μπορούσε να αποτελέσει προηγούμενο για άλλα κράτη-μέλη.
Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται ως πιθανή διαπραγματευτική προσέγγιση η θέσπιση συγκεκριμένου ανώτατου ποσοστού για τη χρήση των σχετικών περιθωρίων σε άμεσα μέτρα στήριξης, με παράλληλη διατήρηση πόρων για επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι δαπάνες που καλύπτονται από τη ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια εξακολουθούν να επηρεάζουν το δημοσιονομικό έλλειμμα, ακόμη και όταν εξαιρούνται από τα σχετικά όρια αύξησης των καθαρών δαπανών. Επομένως, η δυνατότητα αξιοποίησής της εξαρτάται και από τη δημοσιονομική κατάσταση κάθε κράτους.
Για την Ελλάδα, ωστόσο, η έκβαση των διαβουλεύσεων θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό το περιθώριο σχεδιασμού πρόσθετων παρεμβάσεων, εφόσον οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα.
Τα μέτρα στήριξης στην Ελλάδα και το κόστος για τους καταναλωτές
Παράλληλα με τις ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις, η κυβέρνηση προβάλλει τις παρεμβάσεις που έχουν ανακοινωθεί για τη μείωση της επιβάρυνσης από την ενεργειακή κρίση, την ώρα που χθες, τέθηκε σε διαβούλευση το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τις εξαγγελίες της ΔΕΘ, με τίτλο «Ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, της αποταμίευσης και των επενδύσεων, φορολογικές, μισθολογικές, συνταξιοδοτικές διατάξεις και λοιπές διατάξεις κοινωνικής πολιτικής». Η δημόσια διαβούλευση στις 18 Οκτωβρίου θα παραμείνει ανοικτή για σχόλια έως την 1η Νοεμβρίου, ενώ ο προγραμματισμός προβλέπει την ψήφισή του μέσα στον ίδιο μήνα.
Για το πετρέλαιο θέρμανσης, πάντως, με βάση τα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί την περασμε΄νη εβδομάδα, προβλέπεται επιδότηση 40 λεπτών ανά λίτρο, με επιμερισμό του κόστους μεταξύ κράτους και διυλιστηρίων, καθώς και αύξηση κατά 30% του επιδόματος θέρμανσης. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσίασε ο πρωθυπουργός, η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης αναμένεται να διαμορφωθεί στα 1,55 ευρώ ανά λίτρο, έναντι 1,95 ευρώ χωρίς την παρέμβαση, ενώ για τους δικαιούχους του επιδόματος το τελικό κόστος εκτιμάται κοντά στα 1,35 ευρώ. Η παρέμβαση αφορά, σύμφωνα με την κυβερνητική παρουσίαση, περίπου 1,2 εκατομμύρια νοικοκυριά.
Στα καύσιμα κίνησης, επίσης, προβλέπεται έκπτωση 20 λεπτών ανά λίτρο στο πετρέλαιο κίνησης και 10 λεπτών στην αμόλυβδη βενζίνη έως τις 31 Οκτωβρίου, με τη μείωση να εφαρμόζεται απευθείας στην αντλία.
Πρόσθετες παρεμβάσεις αφορούν τον αλιευτικό κλάδο, με αύξηση της επιδότησης πετρελαίου για τους αλιείς από τα 16 στα 40 λεπτά ανά λίτρο για τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, καθώς και διάθεση 15 εκατ. ευρώ για αποζημιώσεις παράκτιων αλιέων.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι εάν τα υφιστάμενα μέτρα θα επαρκέσουν σε περίπτωση νέας ανόδου των διεθνών τιμών. Η απάντηση θα εξαρτηθεί τόσο από την πορεία των αγορών όσο και από τη δυνατότητα της κυβέρνησης να εξασφαλίσει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο.
Η ενεργειακή ακρίβεια τροφοδοτεί την κοινωνική ένταση
Την ίδια ώρα, η οικονομική πίεση αποτυπώνεται και στο κοινωνικό πεδίο. Κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις στη Γαλλία, την Ιταλία, το Βέλγιο, την Πορτογαλία και τη γειτονική Αλβανία αναδεικνύουν, με διαφορετικές αφετηρίες σε κάθε χώρα, τη δυσαρέσκεια που προκαλούν το κόστος ζωής, οι κοινωνικές ανισότητες και η αβεβαιότητα για τις οικονομικές προοπτικές. Κάτι που προφανώς δεν αφήνει την Ελλάδα αδιάφορη.
Η ενεργειακή κρίση, βέβαια, δεν αποτελεί τη μοναδική αιτία αυτών των αντιδράσεων, λειτουργεί όμως ως επιβαρυντικός παράγοντας, καθώς επηρεάζει τόσο τις άμεσες δαπάνες των νοικοκυριών όσο και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η πρόκληση συνεπώς είναι διπλή. Αφενός, λοιπόν, θα πρέπει να περιορίσουν τις επιπτώσεις των αυξημένων τιμών και αφετέρου να αποφύγουν μια δημοσιονομική χαλάρωση που θα δημιουργούσε νέους κινδύνους για τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών.
Ουσιαστικά, η πορεία των ενεργειακών τιμών, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών θα καθορίσουν το περιθώριο κινήσεων των κυβερνήσεων το επόμενο διάστημα.